Καταμεσής
καλοκαιριού.
Μα καταλυτική σιωπή εδώ και ώρα
ξεραίνει τον ουρανίσκο μου. Αναζητώ ανέμελες παιδικές γεύσεις για να την
αιφνιδιάσω. Αναζητώ μια βιωματική έκπληξη που η πηγή της αναβλύζει, από τα
χρόνια εκείνα που περίμενες τη γιαγιά και τον παππού στο χωριό να ανοίξουν το
καταφύγιο στοργής τους και να σε καλωσορίσουν πάλι στα παραμύθια τους. Εκεί που ήσουν πάντα ο πρωταγωνιστής τους.
Και είχες όλα όσα ζητούσες… χρόνο, παιχνίδι, αγάπη. Τραβώ την άγκυρα των
αναμνήσεων μου αυτών και ετοιμάζω πιάτο ανυπέρβλητου συνδυασμού. Καρπούζι με
φέτα. Ξέρεις η ευτυχία ποτέ δεν σου ζητά πολλά. Μόνο λαχτάρα και φαντασία. Με
την πρώτη μπουκιά αρχίζει το ταξίδι μου στον χωροχρόνο. Και μαζί με αυτό ένα
διαυγές μουρμουρητό μού γαργαλά το αυτί για απαντήσεις: ποίοι είμαστε, ποίοι
νομίζουμε ότι είμαστε, τι ξεχάσαμε, τι χάσαμε τι αφήσαμε πίσω, τι μπορούμε να
γίνουμε…
Δυστυχώς το μόνο που χάνεται
είναι η κατανόηση. Αυτό που αναζητούσαμε και εμείς ως παιδιά. Και σχεδόν
πάντοτε, μια γιαγιά, ένας παππούς αποτελούσαν το φάρο για εμάς. Αλλά
μεγαλώνοντας το ξεχάσαμε και ξεχάσαμε
πως και τα τωρινά παιδιά αυτό χρειάζονται. Για αυτό σου λέω μη σκας
χαμόγελα στα παιδιά, που ακαριαία πικρίζουν. Ύψωσε τις λέξεις σου και όχι τη
φωνή σου απέναντι τους. Άλλωστε η βροχή μεγαλώνει τα λουλούδια και όχι η
βροντή. Και αυτό με παρακίνησε να το σκεφτώ μια μικρή μου φίλη. Η Ευανθία. Μια
ψυχούλα που ως ευ-ανθός, μου άφηνε να μυρίσω όλα τα καλούδια του κόσμου. Και
μέσα από αυτά τα καλούδια, φύτρωναν, ανθούσαν, μοσχοβόλαγαν όλα τα λουλούδια
του Θεού. Ακριβώς όπως οι ψυχές των
παιδιών. Με ευγένεια και καλοσύνη. Ο χρόνος δούλευε για αυτά σαν μη χρόνος.
Μέσα στην ακίνητη κινητικότητα τους ψαχούλευες τις παιδικές σου σκανταλιές, τα
νοσταλγικά μυστικά σου… ψαχούλευες τη ζωή σου. Δεν υπάρχει μυστικό για την
ισορροπία νομίζω τελικά. Απλά να αισθάνεσαι μέσα στα κύματα σου και θα βρεις το
ταξίδι σου. Και τότε ίσως καταλάβεις πως ο κόσμος που άφησες ως παιδί και
δημιούργησες ως μεγάλος είναι ένας καθρέφτης που πάντα θα αντανακλά αυτό που
κάνεις δια μέσω του εαυτού σου.
-«Ευανθία, τι θα ήθελες να γίνεις
όταν μεγαλώσεις;». Την ρωτάω.
-«Γυμνάστρια και ζωγράφος». Μου
απαντά με μια ανείπωτη λαχτάρα βεβαιότητας και ευθύς πήρε το μολυβάκι της και
άρχισε να σκαλίζει, να ανακαλύπτει σε μια λευκή κόλλα χαρτί, τη γυναίκα μου
που στέκονταν απέναντί της. Έτοιμη και αυτή, ως άλλο μοντέλο να σταθεί ακίνητη
στην ευλυγισία του βλέμματος της Ευανθίας. Είχε πλέον μια σημαντική αποστολή να
φέρει εις πέρας μέσα της η Ευανθία. Να ζωγραφίσει μέσα από τα θέλω της.
Αναρωτήθηκα τότε γιατί εμείς οι μεγάλοι στα απλά ή δύσκολα, στα εύκολα ή
σύνθετα, στα απρόσμενα ή αναπάντητα ερωτήματα να δίνουμε μόνο μια κατεύθυνση
στην απάντησή μας; Στην προσδοκία μας; Στη ζωή μας; Η μικρή Ευανθία απάντησε με
αφοπλιστική ηρεμία και βεβαιότητα...«γυμνάστρια και ζωγράφος». Γιατί βάζουμε
ταβάνι σε ένα απωθημένο μας; Γιατί ανακρίνουμε σε τοίχο φυλακής τα ταλέντα μας;
Γιατί τερματίζουμε σε αδιέξοδα τις προσδοκίες μας; Γινόμαστε έτσι ένας ρύπος
μιας σημασίας απειροελάχιστης που δίνεται με πνευματική ευκολία. Μα τούτος ο
κόσμος που ζούμε χρειάζεται τα ανδραγαθήματά μας. Έχεις προσπαθήσει να ακούσεις
την κατανόηση; Αν όχι γίνε παππούς και γιαγιά και άκου τον εαυτό σου τότε που ήσουν παιδί και ήθελες,
ζήταγες, έβρισκες, χάλαγες, κατάφερνες, γελούσες και ευτυχούσες με τα μικρά που
έκρυβαν μεγάλα νοήματα, με τα απλά που χωρούσαν τα γιατροσόφια των δυσκολιών,
με τις γεύσεις και μυρωδιές του κόσμου που έκρυβαν το καρπούζι και η φέτα.
Η Ευανθία με έβαλε να σκεφτώ πως
καμιά φορά χρειάζεται στις ζωές μας να κινηθούμε με το νου μας κενό από παραστάσεις,
όπως ένας ακροβάτης και να ισορροπήσουμε μόνο με την καρδιά μας. Με έβαλε να
σκεφτώ πως οι παιδικές μας επιθυμίες, μάς ακολουθούν πάντα στις ζωές μας, έστω
και σαν λεπτές χαραμάδες φωτός στην επιφάνεια του χρόνου μας, που περνά πολλές
φορές δυστυχώς αναίτια. Για αυτό σου λέω γίνε η αιτία του χρόνου σου. Και έλα
να συναντηθούμε με τα βλέμματά μας εκεί που ο λόγος και οι εικόνες μένουν
ανολοκλήρωτες. Στα παιδικά μας χώματα. Άσε τα ευχολόγια. Γιατί το να εύχεσαι
συνέχεια κάτι σημαίνει ότι αυτό το κάτι δεν έχει συμβεί ακόμα. Μα εγώ σε θέλω
εδώ και τώρα. Για να γίνει το ανήμπορο κατορθωτό, το ανήκουστο μελωδία, να
γυρίσουμε με μια παιδική τρικλοποδιά τους φόβους μας σε λόγους μπόρεσης και
κατόρθωσης. Άσε τις γρατσουνιές που
είχες μικρός να γίνουν στυλοβάτες στο μονοπάτι σου. Μην φοβάσαι τις πληγές. Το
«αίμα», σού ζητά την αξία σου, μια ενήλικη γρατσουνιά σου. Τι κάνεις άραγε όταν
τα βήματα σου διψάσουν; Όταν πεινάσουν; Όταν νυστάξουν; Όταν αρρωστήσουν;
Ο χρόνος που ζούμε πλέον έχει
λοξοδρομήσει και ενεστώτας και μέλλοντας συγκλίνουν τελικά. Για αυτό και εγώ
λέω να γίνω ένας ευ-ανθός όπως αυτό το κορίτσι απέναντι μου. Θέλω να γίνω ένα
χαμομήλι. Να είμαι χάμω, κοντά στο ζεστό χώμα της γης, να κοιτώ με ταπεινότητα
τα γύρω μου και μέσα από την ονομασία μου να χωρώ και λίγο ήλιο και να
πίνω το φως του όταν είναι ζεστό. Μπας
και γίνω άξιο αφέψημα, μπας και γίνω έστω και λίγο γιατρικό σε κάποιον άλλο
ουρανίσκο που έχει ξεραθεί από μια καταλυτική σιωπή…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου