-«Ο
Θεός να την συγχωρέσει…» και ανοίγαμε διάπλατα με σπουδή περίσσια τα στόματά
μας …για να μπουκωθούμε τα κόλλυβα μια Μνήμης. «Ελάτε, ελάτε έχει και άλλα, μην
πάνε χαμένα παιδιά, φάτε να χορτάσουν οι κοιλιές σας», έλεγε με ύφος η μάνα.
Δεν
πολυκαταλάβαινα τότε μικρός σαν ήμουν, γιατί έπρεπε να χορτάσουμε την πείνα μας
με κόλλυβα στο όνομα μια αδικοχαμένης Μνήμης. Και να σου οι ρυτιδιασμένες
σταφίδες των αναμνήσεων, και να σου το πορφυρό χρώμα της διάψευσης του ροδιού,
και να σου η στιβαρή, γήινη γεύση του σιταριού, και να σου η ζαχαρένια άχνη των
ψευδαισθήσεων και των ψεμάτων στην κορυφή για να μας αφήσει δήθεν μια γλυκιά
γεύση. Και στο τέλος μέναμε με τις κοιλιές μας γιομάτες διαψεύσεις, διαγραφές
και συμφέροντα. Α ναι, για να μην το ξεχάσω, ξόμεναν και αυτά τα πλαστικά άσπρα
κουταλάκια που μας θύμιζαν τις πλαστικοποιημένες μας ζωές , μα και συνάμα και
τις τόσο εύθραυστες στο να σπάσουν. Όπως αυτά τα κουταλάκια…
-«Μεθαύριο
παιδί μου, θα πάμε στην εκκλησία της Αναλήψεως… θα είναι τα 40, το μνημόσυνο
της Μνήμης των δύο κοριτσιών που αυτοκτόνησαν. Να πάμε να τιμήσουμε τη Μνήμη
τους που δεν άντεξε την πίεση του να είσαι «άριστος», «επιτυχημένος» και
«κοινωνικά αποδεκτός»….», όλοι μας γνέψαμε καταφατικά τα κεφάλια μας και ύστερα
χαθήκαμε στις μοναξιές μας.
Τα
χρόνια πέρασαν, μεγάλωσα …το ίδιο και η μοναξιά μου. Ενώ όλες μου οι αναμνήσεις
ή έστω οι περισσότερες μετουσιώθηκαν σε κοντόληκτες για να μπορώ να είμαι
αδρανής happy, εκείνη η ανάμνηση της εικόνας της μητέρας μου με τα αδέλφια μου
να τρέχουμε ξοπίσω από τα μνημόσυνα Μνήμης ανθρώπων, μου είχε μείνει ανεξίτηλη.
Με είχε σημαδέψει. Πλέον η εποχή μας γέμισε με μνήμες σαν μισοσβησμένες
διαθήκες, που η κάθε μια είχε τον χρόνο, την ώρα της. Ο μικρός δείκτης τους
έδειχνε που χωράνε, μα ο μεγάλος πότε πρέπει να «φύγουν», να τελεσιδικήσουν, να
πάψουν να υφίστανται. Και κάπως έτσι βολόδερναν οι ζωές μας ανάμεσα στο
ενδιάμεσο μια μνήμης και της λήθης της. Και κάπως έτσι αντί να σηκώνουμε το
ανάστημά μας κατάματα στους φόβους μας , λυγίσαμε τους χρόνους μας όπου οι μνήμες
μας ζουν.
Το
σίδερο στη σιδερώστρα έκαιγε εδώ και ώρα. Έπρεπε να προλάβω να ετοιμάσω τα
ρούχα μου για αύριο. Να σιδερώσω τον πειθαναγκασμό μου μαζί με τα μαύρο μου
κουστούμι, να κάνω άψογη τσάκιση στον φόβο μου με το μαύρο μου πουκάμισο, να
ισιώσω τις τσαλακωμένες μου δειλίες με το μαύρο μου παντελόνι. Έπρεπε να δείχνω
αψεγάδιαστος και ατσαλάκωτος. Να μην αφήσω να φάνει τίποτα από έμενα, από τα
μέσα μου. Έτσι συνήθως κέρδιζα τη συμπάθεια και έπαιρνα περισσότερα κόλλυβα.
Στις αρχές του χρόνου μάλιστα είχα πάρει καινούργιο ημερολόγιο που είχε τους
χάρτες με τις εκκλησίες του λεκανοπεδίου. Με βοηθούσε να τις βάζω σε γκρουπ
περιοχών για να μην σπαταλώ χρόνο και δρόμο. Αυτό το Σάββατο απαιτεί
συγχρονισμό και αποφασιστικότητα. Είναι το Ψυχοσάββατο. Έπρεπε να προλάβω τα
μνημόσυνα για πολλές Μνήμες. Χώρια βέβαια τίποτα έκτακτες κηδείες στο
ενδιάμεσο
της εβδομάδας… είχα πάρει πομπό και άκουγα τις ειδήσεις των γραφείων τελετών
στις συχνότητες που εξέπεμπαν... δεν έπρεπε να αφήσω καμιά Μνήμη ακήδευτη.
Ειδάλλως οι Μνήμες θα έρθουν κάποτε να πάρουν την εκδίκησή τους στις ζωές μας,
θα ζητήσουν τις ευθύνες που δεν πήραμε , τις ελευθερίες για τις οποίες δεν αγωνιστήκαμε , θα ζητήσουν
τη δικαιοσύνη που τυφλώσαμε . Οπότε αυτή η περίοδος είναι η καλύτερη για τα
κόλλυβα. Πεθαίνουν οι μνήμες και εμείς καταναλώνουμε τα κόλλυβα τους για να
συγχωρεθούν. Τις τιμάμε . Έτσι δεν είναι;
Με
τα χρόνια έμαθα να είμαι πιο οργανωμένος και πιο έμπειρος. Όχι μόνο πήγαινα στο
ψιλικατζίδικο της γειτονιάς μου και ξεφύλλιζα τις φυλλάδες των εφημερίδων για
να δω που γίνονταν φρέσκες κηδείες –μάλιστα για να μην τις ξεχνάω τις έβγαζα
κρυφά φωτογραφία με το κινητό μου-, αλλά είχα πάρει και ένα ολόμαυρο τσαντάκι
μέσης με πολλά φερμουάρ και θήκες , ώστε εάν σε μια μέρα πήγαινα σε πάνω από
ένα μνημόσυνο, το καθένα να είχε το δικό του χώρο σε συγκεκριμένες τσέπες. Αααα
σε παρακαλώ, ποτέ δεν ανακάτευα τις Μνήμες και τα μνημόσυνά τους. Ήμουν κύριος…
έτσι μπορούσα να υπάρχω , να ζω ως αμνήμων επιζών. Μάλιστα με τον καιρό το όλο
πράγμα γίνονταν με τη βοήθεια της τεχνολογίας ακόμα πιο εύκολο. Φτιάχναμε ομάδα
στο Viber , προφίλ στο facebook με τίτλο ΜΜΕ… μνημόσυνα μνήμης εύγεστα. Τώρα
για κάτι ξαφνικό και αναπάντεχο, δηλαδή έκτακτο είχαμε και τα βιντεάκια μας στο
tik tok προς ενημέρωση.
Και
κάπως έτσι οι μέρες , οι μήνες, τα χρόνια περνούσαν με τις Μνήμες να πεθαίνουν
μαζί με την Ιστορία και τις ιστορίες μας. Ώσπου καμία μέρα και κανέναν χρόνο,
δηλαδή οποτεδήποτε…
πήρα
τις εξετάσεις αίματος, υπέρηχου και ακτινογραφίας που είχα κάνει λόγω
γερασμένης Μνήμης μου πλέον. Δυστυχώς τα πράγματα δεν ήταν καθόλου καλά. Τα
λευκά αιμοσφαίρια της αμνησίας μου ήταν πολύ παραπάνω από τα επιτρεπτά όρια και
επιθετικά σε όλο το σώμα μου. Η ακτινογραφία έδειχνε ότι είχα συντριπτικό
κάταγμα λεκάνης συναισθημάτων και κάτι σκιές σιωπής και ψέματος κατέτρωγαν τα
πνευμόνια μου. Το τελικό χτύπημα ήταν ο υπέρηχος καρδιάς. Χτύπημα, το ότι η
καρδιά μου δεν χτύπαγε, δεν πάλλονταν, δε λειτουργούσε, δεν πονούσε , δεν
αισθάνονταν. Έπαψα εδώ και ολάκερα χρόνια να έχω την πολυτέλεια να καρδιοχτυπώ.
Τρομοκρατήθηκα! Τρεμάμενος, ξέροντας ότι κανείς δεν θα θυμάται το τέλος μου,
αφού και η δική μου Μνήμη θα φαγωθεί λαίμαργα, κοίταξα να σε στείλω στον Εαυτό
μου ένα γράμμα….
«Αγαπημένε
μου Εαυτέ, τούτα τα λόγια τα στερνά να ξέρεις ότι θα γραφτούν μονάχα από τη
μοναδική μου μνήμη που μου έχει απομείνει. Από δαύτην που είχα παιδί. Γιατί
μεγαλώνοντας την απώλεσα. Εαυτέ μου, οι μοναδικές στιγμές που ένιωσα
ευτυχισμένος ήταν σαν ήμουν παιδί. Τότε που δε με βάραινε κανένα παρελθόν και
δεν με ανησυχούσε κανένα μέλλον. Οι αλήθειες μου τότε κολλούσαν στη Μνήμη μου
σαν τα πολύτιμα νομίσματα, με τα οποία μπορούσα να αγοράσω τα πιο σημαντικά για
εμένα στη ζωή μου. Τότε που δεν είχα τίποτα χειρότερο να φοβηθώ και ήμουν
ελεύθερος να ονειρευτώ. Εαυτέ μου, μην την πατήσεις όπως εγώ, γιατί στην
προσπάθεια να εξαντλήσω τις απαντήσεις των επιθυμιών μου, στο τέλος
εξαντλούμουν εγώ. Μην αφήσεις σε παρακαλώ ποτέ τις Μνήμες σου να πακεταριστούν
σε προϊόντα σούπερ μάρκετ που μετά πηγαίνεις και τα αγοράζεις με οποιοδήποτε
κόστος. Να μην ζεις ως Ιστορικό σύμπτωμα, μα να είσαι η Ιστορία η
ίδια.
Και με αυτήν να πορευτείς. Και που σαι …μην λησμονάς πως η αγάπη μέσα σου είναι
η μόνη άφθαρτη πυξίδα. Έτσι δεν θα χαθείς όπως εγώ. Έτσι δεν θα αφήνεις τη λήθη
να δημιουργήσει τα δικά της ομοιώματα. Εαυτέ μου, μην χαρτογραφείς εύκολα τις
δυστυχίες σου με το πόσες καταναλωτικές επιθυμίες εκπλήρωσες ή με πόσες
δυστυχίες άλλων χάρηκες. Μήτε να στερήσεις από τον εαυτό σου το δικαίωμα και
την δυνατότητα να αποτύχεις. Στοχάσου να μην γεμίζεις τον κόσμο σου στα
σκοτάδια σου, γιατί εσύ γεννήθηκες στο Φως. Ούτε να συμβιβάζεις αυτό που
νιώθεις και επιθυμείς με αυτό που σε υποχρέωσαν να παρουσιάσεις. Και στις
ενήλικες σοβαρότητές σου, χαστούκισε τις υποκρισίες τους. Το ξέρω σε κούρασα.
Μα που αλλού να τα πω; Αφού δεν θα είμαι εκεί. Δεν θα είμαι εκεί για να
ανασυγκροτήσω την μνήμη που δεν υπήρξε. Για αυτό για λίγο, συμπάθα με. Το ξέρω
έχεις τα δίκια σου, σαν δεν θέλεις. Λυπήσου με, έστω. Γιατί στη ζωή μου
δυστυχώς μπουκώθηκα με αλλαγές χωρίς το γίγνεσθαι της ψυχής μου να είναι παρόν.
Ζούσα σε ήρεμους πανικούς, καθηλωμένος στην αιωνιότητα των περιορισμών μου.
Τώρα, τώρα δα, ξέροντας το τέλος μου, συνειδητοποιώ ότι ο θάνατος Εαυτέ μου,
είναι η ελπίδα ότι η ζωή συνεχίζεται για όλους εσάς, με έναν καρδιακό όμως τώρα
τρόπο. Ειδάλλως η ζωή θα γίνει η προεξόφληση ενός δανείου που χρωστάμε, ενώ δεν
θα το έχουμε ποτέ εισπράξει. Σε κούρασα, σου ζητώ συγγνώμη. Μια τελευταία χάρη
σου ζητώ. Κάτω από το κρεβάτι μου έχω μια σχολική τσάντα. Την πρώτη μου τσάντα.
Εκεί ανάμεσα στα ονείρατα, τις λαχτάρες και τα γέλια μου, στο κάτω μέρος θα
βρεις ένα μικρό, άσπρο, πλαστικό κουταλάκι. Με αυτό αναγκάστηκα να μεγαλώσω. Με
έμαθαν να τρώω τα κόλλυβα από τις Μνήμες άλλων ζωών. Σπάστο το γαμημένο σε
παρακαλώ και κοίταξε εσύ από εδώ και πέρα να μη φοβάσαι
αυτό
που δεν ζεις , αλλά αυτό που αναγκάστηκες να κρύψεις. Στην Μνήμη λοιπόν για όσα
συνέβησαν μια φορά και δεν έπαψαν ποτέ να συμβαίνουν. Στην Μνήμη εκείνου του
παιδιού.
Με αγάπη η σκοτεινή πλευρά του Εαυτού σου».
