Τούτο το απόβραδο, τούτο το βροχερό απόβραδο οι ευχές μου και
οι επιθυμίες μου συνωστίζονται πιεστικά. Ασπάστηκα βλέπεις κανόνες ζωής που δεν
πιστεύω πλέον στη λογική τους. Τούτο το απόβραδο, τούτο το βροχερό απόβραδο τα
πάντα διεκπεραιώνονται στο νου και στην καρδιά μου παρά συμβαίνουν. Βλέπεις…
ξεχνώ για να μη θυμάμαι. Συλλογιέμαι τους φόβους μου και το αντίδοτό τους,
δηλαδή το νόημα. Αυτήν την κατάλληλη ψυχική κατανόηση που μπορεί να τους
ακυρώσει. Συλλογιέμαι τη μνήμη και την προσμονή. Να έχω να θυμάμαι και να έχω
να περιμένω. Συλλογιέμαι γιατί ο φόβος μας εξελίχθηκε σε μια κοινή γλώσσα με
την οποία συνεννοούμαστε και προσπαθούμε να βγάλουμε νόημα. Συλλογιέμαι γιατί
στην αληθινή ζωή πληρώνουμε το τίμημα των επιλογών μας και στην εικονική απλά
το λογαριασμό της εταιρείας. Ή μήπως όχι;
Η φόδρα της ψυχής μου σώθηκε, αγκομαχά, λυσσάει καθώς
συγκρούεται με ζωές που διακατέχονται από το νόμο «όλα επιτρέπονται» και τίποτα
τελικά δε γίνεται εφικτό. Τούτο το απόβραδο, το βροχερό απόβραδο θα ήθελα να
ήμουν ένας ανεμοδείκτης. Ένας ανεμοδείκτης στις πνοές των ανθρώπων και να
πήγαινα τα ταξίδια μου καταπώς θα ανάπνεαν. Με μια μονάχα αποσκευή στο χέρι.
Μια μπλε βαλίτσα, όπου εκεί θα έβαζα μονάχα το γέλιο μου, για να μην μου το
κλέψουν. Το γέλιο που είχα ως παιδί. Τίποτα άλλο. Μονάχα το γέλιο. Και να
μέτραγα το χρόνο μου, μονάχα με τον τρόπο που δίνω την αγάπη μου. Κάτι σαν
θέληση πριν γίνει φωτιά που θέλει να ξέρει τι καίει, τι ζεσταίνει και τι
φωτίζει. Και κάπως αναπάντεχα ηθελημένα ο χρόνος γίνεται έτσι ωραιότερος. Καθώς
ο ωραιότερος χρόνος είναι τούτος που μπορεί να ριζώσει στις ζωές των ανθρώπων…
τότε μονάχα ο χρόνος σταματά να υπάρχει και γίνεται αιώνιος.
Τούτο το απόβραδο, το βροχερό απόβραδο εγώ και η μπλε βαλίτσα
μου νιώθουμε σαν ψυχανεμίσματα μυστικών μικρών ελπίδων, έτοιμα να διαρρήξουν όνειρα και ύπνους. Όνειρα
μικρών, ύπνους μεγάλων. Και να τους μηνύσω ότι υπάρχουν φορές που από τις
ρωγμές μας αφήνουμε τον άλλον να μας δει
στα αληθινά μας. Αυτό μονάχα, τίποτα άλλο. Να τους τραγουδήσω λέξεις που άλλοτε
καταλήγουν με τις τελείες τους και άλλοτε με τα ερωτήματά τους. Να τους
ψιθυρίσω πως όταν η μέρα σου καταλήγει χωρίς καμία απόφαση, τότε λιγοψύχησες
στις μάχες που ήταν να δώσεις. Να τους παρακαλέσω την προσοχή τους για τα κενά
που υπάρχουν στις ζωές μας. Γιατί είτε τα γεμίζεις με την απουσία σου… είτε δεν
υπάρχουν… γιατί είσαι εκεί.
Μα τα περισσότερα τα έχουμε μάθει όλα ανάποδα. Και έτσι οι
ζωές μας γράφονται με απώλειες και υπομονές. Και κάπως έτσι οι σιωπές μας
συνένοχες κουβάλησαν την αλλοίωση στις λέξεις που δεν τολμήσαμε να τις
ξεστομίσουμε στις δύσκολες στιγμές μας. Σεργιανίζω έξω με τη μπλε βαλίτσα μου
σε οδούς συναισθημάτων, σε πολυκατοικίες φόβων, σε δρομάκια ονείρων, σε
αυλόπορτες επιθυμιών, σε αδιέξοδα σκέψεων… και αφουγκράζομαι τη χαρά και την
πληγή των ανθρώπων… μαζί όμως. Σαν μια ανάσα που δεν έχει τελειωμό. Έχει όμως
ζωή. Ζωή που αποτελείται από μικρές, φωτεινές στιγμές, όπως όταν ένας άνθρωπος
ανοίγει την καρδιά του και σου δείχνει τον κόσμο του. Εκεί θέλω να απαγκιάσω
τον εαυτό μου και με την μπλε βαλίτσα μου.
Μα λίγοι οι τόποι και οι τρόποι μας για να μπορέσω κάπου
και εγώ να πω «έφτασα». Να πω «έφτασα εγώ και το γέλιο μου… αυτό που
είχα ως παιδί». Δυστυχώς γινήκαμε ληξίαρχοι των ημερών μας. Αρκούμαστε στο λίγο
που φέρνει αδράνεια, σαν το τέλος μιας νάρκωσης. Μα δε χρειαζόμαστε ήσυχους
ανθρώπους, ανήσυχους χρειαζόμαστε. Οι ήσυχοι άνθρωποι μυρίζουν αποσύνθεση…
ακριβώς όπως οι ήσυχοι νεκροί. Τελικά είμαστε νεκροί ή ζωντανοί; Οι παραιτήσεις
μας κραυγάζουν στο άγχος της αποδοτικότητας που έχουμε. Συνεχίζουμε διαρκώς να
καλούμαστε να αποδείξουμε πράγματα… δεν τολμάμε να πούμε δεν αντέχω, δεν μπορώ.
Μα η ζωή σημαίνει ευθύνη, ευθύνη της ελευθερίας
και ανάληψη των χαρισμάτων και των δυνατοτήτων μας. Μα η ζωή σε καλεί να
ρισκάρεις και εμείς δε θέλουμε το ρίσκο. Ζούμε σε μια τοξική κουλτούρα, όπου ο
πολιτισμός μας δεν είναι συμβατός με τις υπαρξιακές μας ανάγκες. Και κάπως έτσι
γεμίζουμε το χρόνο μας για να μην έρθουμε αντιμέτωποι με τα κενά μας.
Κάποτε ένας γέροντας μου είχε πει… «παιδί μου να έχεις πίστη στην
αγωνία σου και όχι στην απόγνωσή σου και να πιστεύεις με το τραύμα σου, όχι με
το θαύμα σου…». Από τότε τούτη η φράση με συντρίβει και με αναζωογονεί. Με
συντροφεύει στα δύσκολά μου. Αυτή και η μπλε βαλίτσα μου βέβαια που κουβαλώ το
γέλιο μου. Μα πρέπει λίγο να ξεκουραστώ. Απόκαμα. Απόκαμα να περπατώ τόση ώρα
πάνω στις πυρακτωμένες λέξεις μου ως άλλος αναστενάρης που δεν καίγεται… Η
ποιμαντική αυτή βροχή τούτο το απόβραδο ήρθε να μου θυμίσει ότι η ψυχή είναι
σαν το νερό μερικές φορές που δε θέλει να αποφασίσει, να βιαστεί εάν είναι να γίνει λίμνη, ποτάμι ή θάλασσα.
Ψυχή σα νερό μετέωρο από τον ουρανό μέχρι να πάρει τη μορφή σταγόνων μιας
ξαφνικής βροχής. Όπως τούτης, που την απολαμβάνω εγώ και η μπλε βαλίτσα μου.
Σαν να με «καθαρίζει» από μέσα προς τα έξω. Και εάν τόση ώρα αναρωτιέσαι γιατί
μπλε το χρώμα της βαλίτσας είναι γιατί θέλω να εξομολογούμαι σαν τη θάλασσα.
Από το βυθό μου ως τον αφρό των κυμάτων μου. Μόνο έτσι μπορώ να δίνω ζωή στο
γέλιο μου εκείνο που είχα ως παιδί. Και να το μουσκεύω όπως τώρα δα. Με τούτη
τη βροχή. Που άθελα, ηθελημένα μου χαρίζει έναν καινούργιο κόσμο. Ίσως και τον
κόσμο σου. Τι δεν με πιστεύεις; Έλα , έλα σιμά.
Έλα δες, σγούψε πάνω στη μπλε βαλίτσα. Θα αντικρίσεις ότι υπάρχει ζωή. Ένα
δέντρο. Ε τούτο το δέντρο είναι το γέλιο που είχες από παιδί και που ριζώνει
πάνω του η ζωή σου. Το γέλιο τούτο είναι η ρίζα σου, το δέντρο, ο καρπός σου
και το οξυγόνο σου για το από εδώ και πέρα. Γιατί το ρολόι της ζωής σου δε
μετρά το χρόνο μας, τις ώρες μας, τα λεπτά μας… μετρά τη φθορά ή την αφθαρσία
μας σε σχέση με το τι κάνουμε και πως αισθανόμαστε. Αυτή η ρίζα του γέλιου
γίνεται η αυτοδίδακτη ιστορία μας. Άνθρωπε να μετατρέπεις τον πόνο σου σε
κίνηση και την ανάγκη σου σε δημιουργία. Και να γελάς όπως τότε που ήσουν παιδί
… γιατί ό, τι αξίζει θέλει τη γαλήνη εκείνου του γέλιου.
Ααα και κάτι τελευταίο
που δεν σου το είπα ακόμα. Σου είπα ένα μικρό, αληθινό ψεματάκι…. σαν ανοίξεις
τη βαλίτσα μου δεν θα βρεις το γέλιο μου…. αλλά το δικό σου… αυτό που μου είχες
χαρίσει γενναία, αγνά και απλόχερα όταν ήμασταν παιδιά και από τότε το κουβαλώ
ως πολύτιμό μου… στα εύκολα και στα δύσκολα μου…. όπως και εσύ κάνεις με το
δικό μου και σε ευχαριστώ για αυτό…
