Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Έχεις καθρεπτιστεί ποτέ στα μπάζα σου;


 

Όταν θέλω να έρθω αντιμέτωπος με τον εαυτό μου, όταν θέλω να λογαριαστώ με εμένα… πάντα προσφεύγω σε μια λευκή κόλλα χαρτί και αναμετριέμαι με τις σκέψεις και τις λέξεις μου για να αποκαλυφθούν. Μάλιστα υπάρχουν φορές όπως τούτη εδώ, που σκέψεις και λέξεις προϋπάρχουν σαν ένα αόρατο μελάνι σε αυτή τη λευκότητα του χαρτιού και απλά περιμένουν να τις «αγγίξω» με το αίμα, με το αίμα της καρδιάς μου για να αποτυπωθούν και να διαβαστούν.

Επιθυμώ και ονειρεύομαι να μας «ξυπνήσω» από τα μέσα μας προς τα έξω μας… διαρκώς και διακαώς. Εγωιστικό; Ίσως. Από αγάπη; Σίγουρα. Αντιλαμβάνομαι βέβαια ότι ζούμε σε εποχές που νιώθουμε εγκλωβισμένοι και που ακόμα και τα βλέμματά μας δεν «σημαίνουν»… Ζούμε σε εποχές που μπορεί να καταργούνται κάποιοι φραγμοί, μα συνάμα φράζει και η επικοινωνία ανάμεσά μας, γιατί τα αισθήματά μας παρέμειναν ανείπωτα. Ζούμε σε εποχές όπου διαβάζουμε τον κόσμο γρήγορα και έχουμε εθιστεί στην ιδέα ότι ο κόσμος αλλάζει γρήγορα. Μα δεν είναι καθόλου έτσι. Ζούμε σε εποχές όπου οι νέες τεχνολογίες επιτρέπουν στους ανθρώπους να βιάζουν τον χρόνο τους, αλλά οι ίδιες μας υποχρεώνουν τελικά να τρέχουμε όλο και πιο γρήγορα. Κάποτε κυλούσαμε μέσα στον χρόνο σχεδόν αβίαστα… Τώρα; Βιαζόμαστε, βιάζοντας τον εαυτό μας.

Επιβιώνουμε σε εποχές που συσσωρεύουμε πληροφορίες χωρίς καν να τις διαλέγουμε. Πλέον αυτές μας διαλέγουν, μας πολιορκούν και μας κυριεύουν. Επιβιώνουμε σε εποχές που συνήθως οι απαντήσεις μας διαψεύδονται από το κύμα εκείνων των ερωτήσεων που από φόβο δεν είπαμε ποτέ στον εαυτό μας. Μετατρέπουμε τις ζωές μας σε χαμένα ραντεβού καθώς φοβόμαστε να αποκτήσουμε τις αναγκαίες εμπειρίες.

Και εγώ; Σκουντώ την αγία ερημιά της μνήμης μου μπας και καρποφορήσει κανένα θαύμα ανάμεσα στην ξέρα και στις πέτρες που την έχω μπουκώσει. Και εγώ; Αναζητώ εναγωνίως την ευθεία του ορίζοντά μου, μπας και δω τη γωνία που δημιουργεί η κάθετη ζωή μου. Γιατί όταν η ζωή σου δεν θα έχει άλλους δρόμους ταξιδιού ή διαφυγής, κοίτα να σκαρφαλώνεις από τον φωταγωγό της ψυχής σου για να λυτρωθείς. Κάπως έτσι λυτρώθηκα σήμερα από τις αυθόρμητες ερωτήσεις του μικρού μου γιου, στον περίπατο που κάναμε. Είναι εκείνη η ηλικία όπου η περιέργεια είναι η εισπνοή της ανάσας του και οι ερωτήσεις είναι η εκπνοή. Έτσι λοιπόν περνώντας μπροστά από έναν κάδο με οικοδομικά μπάζα που μέσα του είχε πεταχτεί και ένας καθρέπτης , με ρωτά…

-«Μπαμπά πως λέγονται αυτά;».

-«Μπάζα, αγόρι μου».

-«Μάζα;».

-«Όχι, όχι μάζα… μπάζα».

-«Και γιατί έχει καθρέπτη μέσα… για να περνάμε και να κοιτιόμαστε;»

Πήρα και σήμερα το ηθικό μου δίδαγμα, σκέφτηκα αμήχανα μέσα μου, του χαμογέλασα και του απάντησα…

-«Ναι βρε μπαγάσα για να περνάμε και να κοιτιόμαστε».

Και τώρα εγώ εδώ  σε αυτή τη λευκή κόλλα χαρτί να αναμετριέμαι με την ερώτηση… «έχεις καθρεπτιστεί Άγγελε ποτέ με τα μπάζα σου;».  Θυμίζοντας στον εαυτό μου το διάλογο που είχα με το γιο μου, που στην αρχή τα «μπάζα» τα άκουσε για «μάζα». Δεν είχε και άδικο εδώ που τα λέμε. Στις ιστορικές συνθήκες που ζούμε η μια λέξη γεννιέται από την άλλη και τούμπαλιν… σαν μια φυσική κατάληξη. Η μάζα των ανθρώπων δυστυχώς και νομοτελειακά χάνεται στα μπάζα της… όπως και εγώ ανάμεσά τους. Λες και αυτό το Π , να γίνηκε ο αριθμός Π που μαθαίναμε σχολείο στα μαθηματικά και τώρα ως άλλη σταθερά, θεμελιώδης, άρρητα και υπερβατικά να μην τελειώνει ποτέ… να μην τελειώνει  ποτέ έτσι όπως ζούμε πλέον τις ζωές μας μέσα σε εγωιστικούς μικρόκοσμους, φόβους και μισαλλοδοξίες.

Τι μας απομένει; Μας απομένει άνθρωπε να καθρεπτιστούμε στα μπάζα του ο καθένας μας. Να δούμε ποιοι είμαστε, πως είμαστε, τι πετάξαμε, τι γκρεμίσαμε… με τι απομείναμε. Να καθρεπτιστούμε με τους πόνους μας και τις πληγές του εαυτού μας. Γιατί το να σε αποδεχτεί ο όχλος, η μάζα… δεν χρειάζεται απολύτως τίποτα, για να σε αποδεχτεί όμως ο εαυτός σου χρειάζεσαι τα πάντα. Άνθρωπε μου, στοχάσου πως ευτυχία είναι να ζεις στις καρδιές των ανθρώπων και όχι στα πορτοφόλια τους.  Άνθρωπε θυμήσου πως οι μικρές, καθημερινές σου ήττες είναι τα ρέστα σου για τις επόμενες νίκες σου, τις αυριανές. Άνθρωπε να συλλογιέσαι να μην φοβάσαι τη δέσμευσή σου σε αυτό που σε φέρνει πιο κοντά στην αλήθεια σου, ειδάλλως θα φυτοζωείς ανάμεσα σε ποιους θέλεις να μοιάσεις και από ποιους να διαφέρεις. Άνθρωπε να μνημονεύεις ότι είσαι όχι ότι κατέχεις , αλλά αυτό που δίνεις, καθώς το αδύνατο για να ορίσεις μπορείς μονάχα όταν αγαπήσεις. Και αυτό είναι το πιο απελευθερωτικό δόσιμο.

Όσο για εμένα… είθε οι γενναίες μου «πτώσεις» να είναι τα ελεύθερα χρόνια μου από εδώ και πέρα. Όσο για εμένα… είθε να αναζητήσω τα χαμένα μου λόγια στον καιρό της ευθύνης. Στον καιρό του τώρα. Και να μην ξεχνώ ποτέ ότι όταν έχω παραπάνω από όσα χρειάζομαι, δεν θα βρίσκω ποτέ αυτά που χρειάζομαι ουσιαστικά στη ζωή μου, μα πάνω από όλα που και που να καθρεπτίζομαι στα μπάζα μου, καθώς μέσα από το δίδαγμα του μέλλοντός μου είναι το παρελθόν μου… η μνήμη μου δηλαδή. Τα συστατικά μου… από τι ήμουν φτιαγμένος. Για αυτό λοιπόν πριν βιαστείς να «ανακαινίσεις» τη ζωή σου και να «εγκαταλείψεις» τα μπάζα σου… δες ποιο κομμάτι του εαυτού σου αποχαιρετάς, «πετάς» και με ποιον τρόπο. Και βέβαια καθρεπτίσου μέσα σε αυτά, είναι μια ευλογημένη ευκαιρία… δεν είναι πεθαμένα μέρη της ζωής σου, πεταμένες σου πτυχές , αλλά μια εν ζωή ευκαιρία συγγνώμης μιας συγχώρεσης που τελεσίδικα θα γεννήσει το θαύμα που ο θάνατος μισεί….την αγάπη.

Σε ευχαριστώ γιε μου…

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Λαβωμένο ψυχάρι...


Τούτο το απόγευμα είχα μια απροσδόκητη επίσκεψη στο μπαλκόνι του σπιτιού μας...ένα "λαβωμένο ψυχάρι"...σαν επισκέπτης μιας σιωπής που "πνίγεται" από τη σιωπή του...σαν απολογισμός της ζωής όχι μόνο στις υποχρεώσεις μα και στα δικαιώματα, σαν δύναμη που βρίσκεται όχι μόνο στην αντοχή αλλά και στην προσδοκία, σαν μια άτακτη, ατακτοποίητη πληγωμένη ελευθερία....σαν τις ψυχές μας που ζητάνε αυθεντικότητα από τους ανθρώπους και όχι την τελειότητά τους, σαν τις ψυχές μας που οι φόβοι τους κρύβονται ανάμεσα στα κενά των λέξεων που δεν έχουν ειπωθεί ακόμα, σαν τις ψυχές που κλαδεύουν τις γραφές τους για να ανθίσουν ξανά, σαν τις ψυχές που οι αλήθειες τους τελειώνουν με τις αρπαγές των ψεμάτων τους, σαν τις ψυχές που τα ίχνη τους που προσπαθούν να τα βρουν έξω τους είναι ήδη μέσα τους......

Τούτο το απόγευμα είχα μια απροσδόκητη επίσκεψη....την λαβωμένη μου ψυχή που με έκανε να αναρωτηθώ όχι πόσο είναι ο χρόνος για να σωθώ, αλλά ποιος είναι εκείνος ο χρόνος που θα με σώσει....και τότε κοίταξα μέσα μου....σε ευχαριστώ Θεέ μου ...


Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Η καρέκλα που ήθελε να γίνει κλαδί….


 

Μια φορά και κανέναν καιρό, δηλαδή στις μέρες μας, ζούσε μια ταλαιπωρημένη, γκρι, ξύλινη καρέκλα. Ταλαιπωρημένη, όχι από το διάβα του χρόνου πάνω της. Μα από τα χτυπήματα και τα πετάγματα στο σώμα της από τα νεύρα των ανθρώπων. Γκρι, όχι γιατί ήταν το αρχικό της χρώμα, αλλά γιατί τα συναισθήματα αυτών που την χρησιμοποιούσαν ήταν άχρωμα, άτονα, σχεδόν καταθλιπτικά… σαν το γκρι αυτό να άνηκε νομοτελειακά στις γκρίζες ζώνες των ζωών μας.

Μια φορά και κανέναν καιρό, δηλαδή στις μέρες μας ζούσε μια σπασμένη, κουρασμένη, ξύλινη καρέκλα. Σπασμένη, όχι από την πολυχρηστικότητά της, αλλά από τη βία αυτών που την χρησιμοποιούσαν. Κουρασμένη, όχι από το ρόλο του προορισμού της, δηλαδή να κάθονται και να ξεκουράζονται οι ταξιδευτές της ζωής, αλλά γιατί σήκωνε και υπέμενε καρτερικά και αδιαμαρτύρητα όλα τα τοξικά βάρη από τις ζωές μας.

Μια φορά και κανέναν καιρό, δηλαδή στις μέρες μας, ζούσε μια ξύλινη καρέκλα που καθώς «ξεψυχούσε» η χρήση της, πετάχτηκε στα σκουπίδια. Και κάπου εκεί γεννήθηκε η ελευθερία της. Ήταν σούρουπο, μιας πανομοιότυπης, καθημερινής μέρας, όπου το χέρι ενός ρακοσυλλέκτη, της έδωσε ξανά τη ζωή της πίσω. Της έδωσε την προσδοκία που ποθούσε. Να είναι χρήσιμη. Ο ρακοσυλλέκτης την σήκωσε από τα υπόλοιπα σκουπίδια, την καθάρισε και την πήγε και την κρέμασε σαν ένα «ιδιαίτερο κλαδί» στην προεξοχή ενός δέντρου, για να απαγκιάζουν εκεί άλλες ζωές, που θα κοντοστέκονταν επάνω της, να ξεκουράζονται και ίσως να βρίσκουν ένα προσωρινό καταφύγιο. Το «αγκωνάρι» αυτό ζωής γίνηκε το στήριγμα για τα πουλιά του κήπου. Του κήπου που όλοι μας έχουμε μέσα μας, μα που ίσως να είναι παραμελημένος, γεμάτος ξερόχορτα και αγκάθια… Ενώ τούτος εδώ ο κήπος έμοιαζε σαν μια κουπαστή χαμόγελου μικρού παιδιού, έτοιμο για τα πιο φωτεινά ταξίδια. Πουλιά μικρά και μεγάλα, πεταλούδες και μικρά έντομα ανέβαιναν εκεί λες και ήταν η σκηνή της ζωής τους, που χάριζαν με την παρουσία τους μια χαρά ζωηφόρου μπόρεσης… ότι τίποτα δεν χάνεται, όταν τελικά όλα βρίσκουν τη θέση τους στη Φύση. Όπως τούτο το ιδιαίτερο, ιδιότυπο κλαδί. Ή μάλλον ακριβέστερα, μια καρέκλα που ήθελε να γίνει κλαδί. Για να εκπληρώσει τον κύκλο του προορισμού της. Να ξαναγίνει Φύση.

Άνθρωπε εσένα ποιος είναι ο δικός σου προορισμός; Μήπως είσαι ένας φαύλος «άκλειστος» κύκλος που δεν έχει βρει τον προσανατολισμό του; Τον ορίζοντά του; Άνθρωπε γίνε αγάπη… σαν εκείνο το απαραίτητο «όχι» απέναντι σε φόβους, κακίες και εγωισμούς, που προσφέρει απροϋπόθετα  τον εαυτό του, όπως αυτή η καρέκλα που έγινε κλαδί. Άνθρωπε ποιες είναι οι ερωτήσεις στη ζωή σου που αντέχεις να ζήσεις; Ξέρεις από αυτές που σε ξεβολεύουν… Ποιες πληγές σου γίνονται πρόσφορο και κόλλυβα στα ψυχοσάββατα των απουσιών σου; Άνθρωπε η σκληρότητά σου πηγάζει από τις αδυναμίες σου, οπότε στέρξε να τις δεις και να τις αντιμετωπίσεις. Άνθρωπε άσε τα όνειρά σου να επιζήσουν με γνώση και συγγνώμη. Και όσο διαρκούν τα αληθινά σου, τότε και μόνον τότε θα είσαι μέσα στη ζωή σου όχι ζητιάνος , αλλά παιδί.

Τούτη η καρέκλα που γίνηκε κλαδί, μας δείχνει πως πολλές φορές στις ζωές μας, οι απαντήσεις που περιμένουμε και δεν ήρθανε στα προβλήματά μας, είναι το θάρρος που δεν δείξαμε. Τούτη η καρέκλα που γίνηκε κλαδί, μας δείχνει ποια είναι η θέση μας στη ζωή. Εσύ που είσαι; Στο παρασκήνιό σου ή στο προσκήνιό σου; Τούτη η καρέκλα που γίνηκε κλαδί, μας τονίζει πως μεγαλώνουμε εκπαιδευόμενοι να μην περιμένουμε πολλά άξια στη ζωή μας, να μην πρέπει να περιμένουμε πολλά… να μην περιμένουμε αυτά που η ψυχή μας μέσα της πρεσβεύει.. Όχι γιατί δεν το αξίζουμε, αλλά επειδή μας μάθανε να μην τα ζητάμε όπως οφείλουμε, να μην τα περιμένουμε….

Εμένα όμως συνάνθρωπε να με περιμένεις… όπως μια καρέκλα που γίνηκε κλαδί, για να ξαποσταίνεις τα τιτιβίσματα των πόνων σου, τα φτερουγίσματα των ονείρων σου, την κούραση των δυσκολιών σου. Όπως ακριβώς τούτη η καρέκλα που ξανάγινε ο προορισμός της …ξανάγινε Φύση. Ειδάλλως πόσο θα πεθάνεις εάν δεν ζεις;

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Σε ποιο "αντί" γεννήθηκες;


 

Αντι-κρίζω τα χρωστούμενά μου στον χρόνο και ομολογώ πως μερικές φορές το να είμαι ο εαυτός μου είναι ο μεγαλύτερος μου φόβος.

Αντι-κρίζω τα χρωστούμενά μου στον χρόνο και παραδέχομαι πως η αλήθεια δεν κρύβεται τελικά, απλά κάποιες φορές δεν την βλέπω από τις συμβάσεις , τις δειλίες και τα δόγματά μου.

Αντι-κρίζω τα χρωστούμενά μου στον χρόνο που προσπαθούσα να κερδίσω με πυροτεχνήματα τον σκοτεινό «ουρανό» που μας σκεπάζει όλους τούτα τα χρόνια και που είχα μάθει να ζω βάσει αντιλήψεων τρίτων, γιατί φοβόμουν μην και δεν γίνω αποδεκτός.

Αντι-κρίζω τα χρωστούμενά μου στον χρόνο και κατανοώ σε τούτες τις εποχές που ζούμε , πως η καρδιά είναι αυτή που επινοεί το κουράγιο μου, όχι η λογική μου.

Αντι-παλεύω να μην αφήσω τις μνήμες μου να πακεταριστούν σαν σε προϊόντα σε  supermarket, που οποιοσδήποτε μπορεί να τις «αγοράσει» και να τις καταχραστεί κατά το δοκούν του.

Αντι-παλεύω για να μπορώ να δω τι «παίζει», γιατί τελικά τα ζάρια που ρίχνουν οι άλλοι είναι οι ίδιες μας οι ζωές.

Αντι-παλεύω να μην γίνω πλέον ενθύμιο ακυρωμένων δυνατοτήτων της συναισθηματικής μου ζωής.

Αντι-παλεύω στις μέρες μας τουλάχιστον τα πράγματα που φτιάχνουμε για να τα «κατέχουμε», να μην μας «κατέχουν» αυτά τώρα.

Αντι-δρώ στα σκουπίδια της γνώσης που μπορούν να μας οδηγήσουν στη γνώση των σκουπιδιών.

Αντι-δρώ στο να δημιουργούνται ανούσιοι νόμοι για να καλύψουν την αισχρότητα και την ανηθικότητα.

Αντι-δρώ σαν τα  περιττά  γίνονται αναγκαία και τα ουσιώδη μοιάζουν με είδη πολυτελείας.

Αντι-δρώ γιατί έχουμε αφεθεί σε μια γλώσσα αλλοιωμένη που έχει ως αποτέλεσμα να μένει ο καθένας μας μόνος του.

Πολλά «αντί» μαζεύτηκαν άνθρωπε. Και εγώ χαμένος μέσα σε αυτά, ως αντι-βίωση…αντι-βιώνω… Τουλάχιστον ως ύστατη ψυχική ανάσα αυτό που μου απομένει είναι η ελπίδα ότι οι πόνοι μου, οι πόνοι μας, οι πόνοι σας από εδώ και πέρα να αποκτούν νόημα και ουσία μπας και γίνουμε οι ίδιοι οι ορίζοντες μας, πριν μας επιβληθούν άλλοι. Ειδάλλως το «αντί» του καθενός μας, μέσα του, θα γίνει ένα επικίνδυνο «γ-άντι» που θα  μας πετάνε στις παράλογες, βίαιες, ανήθικες προκλήσεις τους. Άνθρωπε σε ποιο «αντί» γεννήθηκες ….να ρωτάς με ειλικρίνεια τον εαυτό σου μήπως και γίνουμε ο καθένας μας ένα λυτρωτικό «αντί-δωρο» για τον διπλανό του.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Σκέψου το μοναδικό πράγμα που δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτό...αυτό είσαι.


 

Πάνε καιροί τώρα που είμαστε πλέον οι προεκτάσεις των σκιών μας.

Πάνε χρόνια τώρα που είμαστε μια εξίσωση που ο ένας συμπληρώνει τους δαίμονες του άλλου.

Πάνε μνήμες τώρα που είμαστε μια αποκομμένη εκδοχή του εαυτού μας.

Κανείς μας δεν είναι ακριβώς όπως φαίνεται...έτσι δεν είναι;

Πάντα όμως θα προκύπτει κάτι. Θέλω ακόμα να σε αγγίξω. Θέλω ακόμα να σε φιλήσω.

Έστω και από τις σκιές που απέμειναν κάτω από έναν φανοστάτη

με την ικεσία μιας προσδοκίας να ανάψει...

Για να φωτίσει τους ίσκιους μας, τα μέσα μας, τους φόβους μας...

Σκέψου το μοναδικό "πράγμα" που δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτό...αυτό είσαι.

Και εγώ δεν μπορώ χωρίς εσένα, παλεύοντας να είμαι έστω και μια φορά έντιμος με τις αναμνήσεις μου.

Βρίσκουμε παρηγοριά στις εμμονές μας, βρίσκουμε αδιέξοδα σε δρόμους που δεν υπάρχουν...

Και τώρα συναντιόμαστε στις σκιές μας. Να ξέρεις όμως στις γωνιές των ονείρων μας υπάρχει ζωή...

Ακριβώς εκεί που δεν μπορείς να σκουπίσεις τον χρόνο των φόβων που ανήκεις...

Κοίτα να ψάξεις να βρεις τη θέση σου σε αυτόν τον κόσμο και μην παραχωρείς το δικαίωμά σου αυτό... Είναι χρέος σου...

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Αν το «ξαφνικά» είχε διάρκεια, ποια θα ήταν αυτή;


 

Μέρες επιβεβλημένες με χαρά, με γιορτινή διάθεση, με αμνήμονες καιρούς. Μέρες που τελειώνουν στον Χρόνο σου…2025. Ο κόσμος αλλάζει, χωρίς να μας ενδιαφέρει για ποιον λόγο αλλάζει και για ποιον αλλάζει.  Μέρες που μυρίζουμε την αφύγρανση της δημοκρατίας μας. Και εμείς συνεχίζουμε να ζούμε με πείρα, κουράγιο και χώμα. Αυτός είναι ο πόνος του σημερινού ανθρώπου. Βουτηγμένος σε άφθαρτες και άφταστες ανεπάρκειες. Όσο για τα κουράγια μας… πλέον ούτε αυτά κάνουν θόρυβο, έχουν ως σιγαστήρα τη σιωπή τους. Μέρες στις οποίες καταντήσαμε να περιφερόμαστε σαν φαντάσματα σε εμπορικά κέντρα… γιατί εγκαταλείψαμε τις ψυχές μας. Μια βαβέλ από μοναξιές ….αυτό είμαστε. Μέρες που ζούμε με πεπερασμένες εκκρεμότητες, με πεπερασμένες ικανότητες και δυνατότητες… ας φροντίσουμε τουλάχιστον να μην αναπνέουμε και με πεπερασμένες πνοές. Ακόμα ένας χρόνος ημερολογιακά κοντοφτάνει στο γέρμα του και αναρωτιέμαι εάν σε αυτόν τον χρόνο που διάβηκε, μπόρεσε ο καθένας μας να απαντήσει σε αυτό που μας ρωτήσαμε στις ζόρικες στιγμές μας.

Μέρες που οι ψίθυροι των παιδιών φωνάζουν τα ανήμπορα όνειρά μας … για να παίξουν μπας και γίνουν ικανά. Και τούτοι οι ψίθυροί τους ξάφνου προστρέχουν να βοηθήσουν την πίστη μου, την πίστη μου για τον άνθρωπο. Την πίστη μου που κλονίζεται, ψυχορραγεί, αμφιταλαντεύεται… κρυώνει. Και το μόνο που πλέον της έχει απομείνει να κάνει είναι να σταθεί, να παραμείνει με την περιέργεια ενός μικρού παιδιού… για το από εδώ και πέρα, μήπως και αντικρίσει το θαύμα της. Μέρες που αναγκάζεσαι σώνει και ντε να γίνεις για κάποιον «καλύτερος», για τα μάτια του κόσμου, να γίνεις «καλύτερος» από όσο αντέχεις τελικά.

Μέρες που υπάρχουν φορές σαν αυτές, να νιώθεις εξωτερικά τη ζωή σου να συνεχίζει κανονικά, αλλά μέσα σου τίποτα, μα τίποτα δεν πάει μπρος, δεν προχωρά. Μέρες που ζούμε με τις άχρονες παρουσίες μας που μας συνθλίβουν. Μα άνθρωπε να θυμάσαι πως η ζωή σου δεν ανήκει στον χρόνο… ανήκει στη σχέση, στη σχέση με τα μέσα σου, με το παιδί που έχεις μέσα σου, με τους ανθρώπους δίπλα σου. Άνθρωπε ο χρόνος δεν είναι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή σου. Δεν είναι η βάση σου και εσύ ο αριθμητής του. Ούτε καν ο βατήρας σου στις χρονολογίες σου. Είναι απλά το πλαίσιο ενός κάδρου όπου το μεγάλο στοίχημα είναι τι θα αποτυπώσεις στο καμβά του. Εσένα ή την απουσία σου; Αν θα μπορέσεις να αποτυπώσεις τις σχέσεις σου. Γιατί χωρίς σχέση ο άνθρωπος δεν έχει χρόνο, δεν είναι ένας άχρονος χρόνος….

Άνθρωπε ξέρω πως στις μέρες μας υπάρχουν ερωτήσεις που σε κρατάνε σιωπηλό. Υπάρχουν χρόνοι χωρίς διάρκεια, που δε συσσωρεύονται, ούτε αποδεικνύονται. Ξέρω πως τελικά οι άνθρωποι, μας εξαντλούν μερικές φορές και όχι οι δυσκολίες τους. Και εγώ σε ρωτώ… αν το «ξαφνικά» είχε διάρκεια, ποια θα ήταν αυτή; «Ξαφνικά» ο χρόνος δεν θα είχε τέλος , ούτε αξία εφόσον η αγάπη σου αρνείται να τελειώσει. «Ξαφνικά» πολλές φορές η ζωή σου θα άρχιζε να σε αλλάζει χωρίς καν να σου ζητήσει την άδεια. «Ξαφνικά» θα γινόσουν η λύση και όχι η απάντηση σε κάποιον. «Ξαφνικά» ο χρόνος σου θα μετρούσε τα βήματά σου που χάθηκαν παιδιόθεν. «Ξαφνικά» αφού δανείσαμε τα όνειρά μας στον ουρανό κάποτε και αυτός τα έκανε αστέρια να μας φωτίζουν, και τώρα ήρθε η στιγμή της «Γέννησης», εκείνης της στιγμής να τα ρίξει ως ευχές και να τα επιστρέψει ως όνειρα σε εμάς. Έτσι ήταν και το αστέρι πάνω από την φάτνη του Χριστού μας. Ένα πεφταστέρι λύτρωσης, σχέσης …αντάμωσης... με το όνειρό μας πως το μωρό εκείνο θα ευαγγελιζόταν την Αγάπη για πάντα και δια πάντα.

Μέρες που καλό είναι να θυμάσαι τα παιδικά σου χρόνια όχι με νοσταλγία, ούτε καν με καημό. Αλλά με καθαρότητα άνθρωπε. Μέρες, μέρες που είναι δεν κάνεις μια πράξη αγάπης για να έχεις τη συνείδησή σου καθαρή και ήσυχη, για να ανακουφιστείς. Κάνεις μια πράξη αγάπης για να αποκαλυφθεί η ενεργή μετακίνησή σου, ως ζωηφόρο βήμα αλληλεγγύης στην ανάγκη και στον πόνο του άλλου… δηλαδή του ίδιου σου του εαυτού στο τέλος τέλος. Για αυτό σε ρωτώ άνθρωπε… πως είναι ο χριστουγεννιάτικος χρόνος σου; Άνθρωπε ο χρόνος της ζωής σου, είναι ο χρόνος μιας διαρκούς κύησης. Την κύηση αυτή οφείλουμε να την αναμείνουμε με ταπεινότητα, να την αναμείνουμε ως παιδιά. Μέχρι την ολοκλήρωσή της. Γιατί εάν βιαστούμε, εάν τη ζορίσουμε, εάν την πιέσουμε, θα καταλήξουμε σε μια αποβολή. Στην αποβολή του ίδιου μας του Εαυτού. Για αυτό για την νέα χρονιά εύχομαι όχι καλό χρόνο… μα καλές «ΣΧΕΣΕΙΣ». Γιατί αυτές είναι ο Χριστός μας. Από αυτές θα «γεννηθούμε». Σχέση με τον Πατέρα μας, σχέση με τα μέσα μας, σχέση με τον συνάνθρωπό μας. Και το δώρο του Αϊ- Βασίλη να είναι αυτή η διάρκεια στο «ξαφνικά» μας. Μπας και «ξαφνικά» δούμε τον κόσμο, την ανθρωπότητα ολάκερη από το ύψος των παιδιών μας . Από το ύψος του βλέμματος τους και μόνο. Γιατί ειδάλλως ούτε κόσμος, ούτε ανθρωπότητα δεν θα υπάρξει. Και αυτό είναι νομοτελειακό.

Καλές σχέσεις σε όλους σας!!!

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2025

Η πόρτα που δεν είχε σπίτι...


 

Καμιά φορά και κανένα καιρό, ένα χωριό είχε γείρει για να ξαποστάσει στα πλευρά της πιο ξακουστής οροσειράς εκείνον τον καιρό… εκεί που τα όνειρα γίνονταν μοίρες και οι μοίρες ανυπόταχτες λαχτάρες. Τόσο ανυπόταχτες όπου τα πάντα ήταν Άγραφα… Εκεί που λέτε οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού ήταν οι πόρτες. Οι πόρτες που δεν είχαν σπίτι. Μαζί με τις πόρτες αυτές συγκατοικούσαν και οι συλλυπητήριες νύχτες τους με τις πεθαμένες μέρες τους. Και αυτό γιατί τούτες οι πόρτες έμειναν ορφανές χρόνια ολάκερα τώρα από ανθρώπινες ψυχές. Κάπου εκεί, κάτω από την εκκλησιά του Σωτήρος, ξάφνου κάτι ακούστηκε σαν μοιρολόι..ακούστηκε κάτι σαν… πόρτα.

-«Αχ, αχ φοβόμασταν την απώλεια , μέχρι που γινήκαμε εμείς η απώλεια», σιγομουρμούρισε μια παλιά, ξύλινη, καφέ πόρτα, στην απέναντί της.

-«Μα τι λες πάλι; Τι σε έπιασε βραδιάτικα;».

-«Εμένα τι με έπιασε; Το παράπονό μου με έπιασε. Αλήθεια σε εσένα, από τα παράπονά σου γεννιούνται οι επιθυμίες σου;».

-«Εμ,… ναι κάποιες φορές. Δηλαδή τι κάποιες; Τα τελευταία χρόνια μονάχα αυτό μου συμβαίνει. Είμαι ανήμπορη πια να κρατήσω κάτι από τη νιότη μου… τότε που αμέτρητα παιδικά χέρια με ανοιγόκλειναν συνέχεια για να μπουν να αγοράσουν καραμέλες, λουκούμια και ότι άλλο βάζει η λαχτάρα ενός μικρού παιδιού…. Ψάχνω το μαγαζί μου».

-«Λυπάμαι, λυπάμαι…», απάντησε η καφέ, παλιά πόρτα. «Μην νομίζεις και εγώ στα χάλια μου είμαι… το σκουριασμένο μου μάνταλο έγινε μαντάτο λησμονιάς και εγκατάλειψης. Όλα, όλα, τους τα είχα έτοιμα. Τους άφηνα να με τρυπούν με πινέζες σαν ήθελαν να βάλουν χαρμόσυνες ανακοινώσεις για το πανηγύρι τον Αύγουστο, τους γινόμουν στήριγμα ξεκούρασης και ίσκιου στην θερμή καλοκαιρινή ραστώνη… να ακόμα και το κλειδί μου, αυτό που ανοίγει τα μέσα μου, τους το είχα αφημένο στην εξωτερική πλευρά μου, πάνω σε ένα καρφί… μα κανένας δεν μπήκε μέσα μου, να τον φιλοξενήσω..και με το διάβα του χρόνου και το σπίτι μου χάθηκε, και το κλειδί μου χάθηκε… και το καρφί γίνηκε κρεμαστάρι για ένα πινέλο, μπας και περάσει κάποιος και φιλοτιμηθεί τουλάχιστον να με βάψει, να με ακουμπήσει, να  μου δώσει ζωή. Κάποιος να με ανοίξει και να μπει μέσα μου»

- «Συντριβή κι επιβίωση πλέον η αντοχή μας, δεν φταις εσύ, απλά οι άνθρωποί σου, έδωσαν «αντιπαροχή» τα μέσα σου, το σπίτι σου. Και πλέον είτε μας ανοίγουν, είτε μας κλείνουν, είναι το ίδιο και το αυτό, γιατί δεν ανοίγουμε και δεν κλείνουμε μέσα μας τίποτα… Μα πως μπόρεσαν να δώσουν αντιπαροχή την βιωματική και συναισθηματική τους μνήμη; Ξέρεις τι έλεγε η γιαγιά μου η καρυδιά; Η ρίζα κάνει την κορφή, η ρίζα την μαραίνει… τούτο αστόχησαν να καταλάβουν και τώρα μείναμε εμείς και το σαράκι μας».

-«Δηλαδή σαν να είναι οι ζωές μας ένα μουσείο μια αλλοτινής εποχής που χάθηκε; Τελικά στον χρόνο μας αυτόν τον εγκαταλελειμμένο  πρώτα προηγείται η ρωγμή και μετά η σύγκρουση; Ή μήπως όχι;».

-«Δεν το είχα σκεφτεί έτσι», αποκρίθηκε στην καφετιά πόρτα. «Εμένα μου έμαθαν πως για να με βρω πρέπει πρώτα να με δίνω και αναπολώ τι χαρά έδινα σε αυτά τα παιδικά χεράκια που με άνοιγαν… και εγώ έτσι με έβρισκα, με έβρισκα μες στην αγάπη και την συμπόρευση, μέσα στα ονείρατά τους και την συνύπαρξη. Με έβρισκα…». Κάπου εκεί ένα μελαγχολικό αεράκι έτριξε τους μεντεσέδες της μοναξιάς και της εγκατάλειψής τους, υπενθυμίζοντάς τους πως είναι απλά πόρτες που δεν έχουν σπίτι.

Καμιά φορά και κανένα καιρό, δηλαδή στις μέρες μας, υπήρχε ένα χωριό που είχε αποκοιμηθεί στην αναμονή των Αγράφων. Εκεί κατοικούσαν κάτι πόρτες που δεν είχαν σπίτι. Δεν είχαν να περιμένουν κανέναν για ανοίξουν και τίποτα για να κλείσουν μέσα τους, να κατοικηθεί ως σώμα και πνεύμα. Μονάχα τις  μνήμες τους είχαν που με αυτές κρατούσαν τις προσμονές τους κάτι συλλυπητήρια βράδια που έβγαζαν τα παράπονά τους η μια στην άλλη.

Καμιά φορά και κανέναν καιρό, δηλαδή στις μέρες μας, άνθρωπε να θυμάσαι πως ότι αξίζει δε λάμπει, παρά μόνο φωτίζει, γιατί απλά είναι φτιαγμένο από πέτρα και χώμα, από φως και σκιά, από όνειρο και παιδικές ψυχές… φτιαγμένο από κάτι ξεχασμένες πόρτες. Να στοχάζεσαι ότι οι ρωγμές από αυτές τις πόρτες δε σε χαλάνε, δε σε ασχημαίνουν, παρά μονάχα σε αποκαλύπτουν… μονάχα έχε πίστη και ελπίδα στο φως που θα περάσει από αυτές.

Καμιά φορά και κανέναν καιρό, δηλαδή στις μέρες μας, δηλαδή στο χωριό μου το Φανάρι Καρδίτσας, αισθάνομαι πως από κάποιους τόπους , όπως τούτος, δεν φεύγουμε ποτέ, έχουμε μια εκδοχή του εαυτού μας μέσα τους, γιατί τίποτα από αυτά που συμβαίνουν έξω μας δεν έχουν προηγηθεί και μέσα μας, ακόμα και σαν στριμωγμένες μνήμες σε παλιές , φθαρμένες φωτογραφίες.

Και όσο για εμένα , όταν το επισκέπτομαι, πάντα έχω έναν λόγο να πιστεύω, για να μπορέσω να αντέχω. Να αντέχω τις μνήμες μου μέσα σε αυτό που σαν πιτσιρικάς όταν ερχόμουν εδώ τα καλοκαίρια, έσφυζε από ζωή, τραγούδια των γιαγιάδων και των παππούδων μας, από σεργιανίσματα και παιχνίδια, από ιστορίες το βράδυ στο προαύλιο του παλιού πετρόχτιστου σχολείου, από εξομολογήσεις στη ράχη κάτω από το φως των αστεριών. Άνθρωπε ο τρόπος που ταξιδεύουμε είναι τελικά το ταξίδι της ζωής και ο προορισμός είναι η βαλίτσα που είχαμε αφήσει από παιδιά για να τη βρούμε ως μεγάλοι. Και ξέρεις που είναι αυτές οι βαλίτσες; Έξω από αυτές τις ξύλινες, ξεχασμένες πόρτες… που κάποιες συλλυπητήριες νύχτες γίνονται εικονίσματα προσευχής και μπόρεσης… και σαν γονατίσεις να πάρεις τη βαλίτσα σου, σκέψου πως είσαι στη τέλεια θέση για να προσευχηθείς…

Έχεις καθρεπτιστεί ποτέ στα μπάζα σου;

  Όταν θέλω να έρθω αντιμέτωπος με τον εαυτό μου, όταν θέλω να λογαριαστώ με εμένα… πάντα προσφεύγω σε μια λευκή κόλλα χαρτί και αναμετριέμα...