Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Η καρέκλα που ήθελε να γίνει κλαδί….


 

Μια φορά και κανέναν καιρό, δηλαδή στις μέρες μας, ζούσε μια ταλαιπωρημένη, γκρι, ξύλινη καρέκλα. Ταλαιπωρημένη, όχι από το διάβα του χρόνου πάνω της. Μα από τα χτυπήματα και τα πετάγματα στο σώμα της από τα νεύρα των ανθρώπων. Γκρι, όχι γιατί ήταν το αρχικό της χρώμα, αλλά γιατί τα συναισθήματα αυτών που την χρησιμοποιούσαν ήταν άχρωμα, άτονα, σχεδόν καταθλιπτικά… σαν το γκρι αυτό να άνηκε νομοτελειακά στις γκρίζες ζώνες των ζωών μας.

Μια φορά και κανέναν καιρό, δηλαδή στις μέρες μας ζούσε μια σπασμένη, κουρασμένη, ξύλινη καρέκλα. Σπασμένη, όχι από την πολυχρηστικότητά της, αλλά από τη βία αυτών που την χρησιμοποιούσαν. Κουρασμένη, όχι από το ρόλο του προορισμού της, δηλαδή να κάθονται και να ξεκουράζονται οι ταξιδευτές της ζωής, αλλά γιατί σήκωνε και υπέμενε καρτερικά και αδιαμαρτύρητα όλα τα τοξικά βάρη από τις ζωές μας.

Μια φορά και κανέναν καιρό, δηλαδή στις μέρες μας, ζούσε μια ξύλινη καρέκλα που καθώς «ξεψυχούσε» η χρήση της, πετάχτηκε στα σκουπίδια. Και κάπου εκεί γεννήθηκε η ελευθερία της. Ήταν σούρουπο, μιας πανομοιότυπης, καθημερινής μέρας, όπου το χέρι ενός ρακοσυλλέκτη, της έδωσε ξανά τη ζωή της πίσω. Της έδωσε την προσδοκία που ποθούσε. Να είναι χρήσιμη. Ο ρακοσυλλέκτης την σήκωσε από τα υπόλοιπα σκουπίδια, την καθάρισε και την πήγε και την κρέμασε σαν ένα «ιδιαίτερο κλαδί» στην προεξοχή ενός δέντρου, για να απαγκιάζουν εκεί άλλες ζωές, που θα κοντοστέκονταν επάνω της, να ξεκουράζονται και ίσως να βρίσκουν ένα προσωρινό καταφύγιο. Το «αγκωνάρι» αυτό ζωής γίνηκε το στήριγμα για τα πουλιά του κήπου. Του κήπου που όλοι μας έχουμε μέσα μας, μα που ίσως να είναι παραμελημένος, γεμάτος ξερόχορτα και αγκάθια… Ενώ τούτος εδώ ο κήπος έμοιαζε σαν μια κουπαστή χαμόγελου μικρού παιδιού, έτοιμο για τα πιο φωτεινά ταξίδια. Πουλιά μικρά και μεγάλα, πεταλούδες και μικρά έντομα ανέβαιναν εκεί λες και ήταν η σκηνή της ζωής τους, που χάριζαν με την παρουσία τους μια χαρά ζωηφόρου μπόρεσης… ότι τίποτα δεν χάνεται, όταν τελικά όλα βρίσκουν τη θέση τους στη Φύση. Όπως τούτο το ιδιαίτερο, ιδιότυπο κλαδί. Ή μάλλον ακριβέστερα, μια καρέκλα που ήθελε να γίνει κλαδί. Για να εκπληρώσει τον κύκλο του προορισμού της. Να ξαναγίνει Φύση.

Άνθρωπε εσένα ποιος είναι ο δικός σου προορισμός; Μήπως είσαι ένας φαύλος «άκλειστος» κύκλος που δεν έχει βρει τον προσανατολισμό του; Τον ορίζοντά του; Άνθρωπε γίνε αγάπη… σαν εκείνο το απαραίτητο «όχι» απέναντι σε φόβους, κακίες και εγωισμούς, που προσφέρει απροϋπόθετα  τον εαυτό του, όπως αυτή η καρέκλα που έγινε κλαδί. Άνθρωπε ποιες είναι η ερωτήσεις στη ζωή σου που αντέχεις να ζήσεις; Ξέρεις από αυτές που σε ξεβολεύουν… Ποιες πληγές σου γίνονται πρόσφορο και κόλλυβα στα ψυχοσάββατα των απουσιών σου; Άνθρωπε η σκληρότητά σου πηγάζει από τις αδυναμίες σου, οπότε στέρξε να τις δεις και να τις αντιμετωπίσεις. Άνθρωπε άσε τα όνειρά σου να επιζήσουν με γνώση και συγγνώμη. Και όσο διαρκούν τα αληθινά σου, τότε και μόνον τότε θα είσαι μέσα στη ζωή σου όχι ζητιάνος , αλλά παιδί.

Τούτη η καρέκλα που γίνηκε κλαδί, μας δείχνει πως πολλές φορές στις ζωές μας, οι απαντήσεις που περιμένουμε και δεν ήρθανε στα προβλήματά μας, είναι το θάρρος που δεν δείξαμε. Τούτη η καρέκλα που γίνηκε κλαδί, μας δείχνει ποια είναι η θέση μας στη ζωή. Εσύ που είσαι; Στο παρασκήνιό σου ή στο προσκήνιό σου; Τούτη η καρέκλα που γίνηκε κλαδί, μας τονίζει πως μεγαλώνουμε εκπαιδευόμενοι να μην περιμένουμε πολλά άξια στη ζωή μας, να μην πρέπει να περιμένουμε πολλά… να μην περιμένουμε αυτά που η ψυχή μας μέσα της πρεσβεύει.. Όχι γιατί δεν το αξίζουμε, αλλά επειδή μας μάθανε να μην τα ζητάμε όπως οφείλουμε, να μην τα περιμένουμε….

Εμένα όμως συνάνθρωπε να με περιμένεις… όπως μια καρέκλα που γίνηκε κλαδί, για να ξαποσταίνεις τα τιτιβίσματα των πόνων σου, τα φτερουγίσματα των ονείρων σου, την κούραση των δυσκολιών σου. Όπως ακριβώς τούτη η καρέκλα που ξανάγινε ο προορισμός της …ξανάγινε Φύση. Ειδάλλως πόσο θα πεθάνεις εάν δεν ζεις;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η καρέκλα που ήθελε να γίνει κλαδί….

  Μια φορά και κανέναν καιρό, δηλαδή στις μέρες μας, ζούσε μια ταλαιπωρημένη, γκρι, ξύλινη καρέκλα. Ταλαιπωρημένη, όχι από το διάβα του χρόν...