Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

Η αντανάκλαση μιας βαλίτσας...


 

Τούτο το απόβραδο, τούτο το βροχερό απόβραδο οι ευχές μου και οι επιθυμίες μου συνωστίζονται πιεστικά. Ασπάστηκα βλέπεις κανόνες ζωής που δεν πιστεύω πλέον στη λογική τους. Τούτο το απόβραδο, τούτο το βροχερό απόβραδο τα πάντα διεκπεραιώνονται στο νου και στην καρδιά μου παρά συμβαίνουν. Βλέπεις… ξεχνώ για να μη θυμάμαι. Συλλογιέμαι τους φόβους μου και το αντίδοτό τους, δηλαδή το νόημα. Αυτήν την κατάλληλη ψυχική κατανόηση που μπορεί να τους ακυρώσει. Συλλογιέμαι τη μνήμη και την προσμονή. Να έχω να θυμάμαι και να έχω να περιμένω. Συλλογιέμαι γιατί ο φόβος μας εξελίχθηκε σε μια κοινή γλώσσα με την οποία συνεννοούμαστε και προσπαθούμε να βγάλουμε νόημα. Συλλογιέμαι γιατί στην αληθινή ζωή πληρώνουμε το τίμημα των επιλογών μας και στην εικονική απλά το λογαριασμό της εταιρείας. Ή μήπως όχι;

Η φόδρα της ψυχής μου σώθηκε, αγκομαχά, λυσσάει καθώς συγκρούεται με ζωές που διακατέχονται από το νόμο «όλα επιτρέπονται» και τίποτα τελικά δε γίνεται εφικτό. Τούτο το απόβραδο, το βροχερό απόβραδο θα ήθελα να ήμουν ένας ανεμοδείκτης. Ένας ανεμοδείκτης στις πνοές των ανθρώπων και να πήγαινα τα ταξίδια μου καταπώς θα ανάπνεαν. Με μια μονάχα αποσκευή στο χέρι. Μια μπλε βαλίτσα, όπου εκεί θα έβαζα μονάχα το γέλιο μου, για να μην μου το κλέψουν. Το γέλιο που είχα ως παιδί. Τίποτα άλλο. Μονάχα το γέλιο. Και να μέτραγα το χρόνο μου, μονάχα με τον τρόπο που δίνω την αγάπη μου. Κάτι σαν θέληση πριν γίνει φωτιά που θέλει να ξέρει τι καίει, τι ζεσταίνει και τι φωτίζει. Και κάπως αναπάντεχα ηθελημένα ο χρόνος γίνεται έτσι ωραιότερος. Καθώς ο ωραιότερος χρόνος είναι τούτος που μπορεί να ριζώσει στις ζωές των ανθρώπων… τότε μονάχα ο χρόνος σταματά να υπάρχει και γίνεται αιώνιος.

Τούτο το απόβραδο, το βροχερό απόβραδο εγώ και η μπλε βαλίτσα μου νιώθουμε σαν ψυχανεμίσματα μυστικών μικρών ελπίδων, έτοιμα  να διαρρήξουν όνειρα και ύπνους. Όνειρα μικρών, ύπνους μεγάλων. Και να τους μηνύσω ότι υπάρχουν φορές που από τις ρωγμές μας αφήνουμε  τον άλλον να μας δει στα αληθινά μας. Αυτό μονάχα, τίποτα άλλο. Να τους τραγουδήσω λέξεις που άλλοτε καταλήγουν με τις τελείες τους και άλλοτε με τα ερωτήματά τους. Να τους ψιθυρίσω πως όταν η μέρα σου καταλήγει χωρίς καμία απόφαση, τότε λιγοψύχησες στις μάχες που ήταν να δώσεις. Να τους παρακαλέσω την προσοχή τους για τα κενά που υπάρχουν στις ζωές μας. Γιατί είτε τα γεμίζεις με την απουσία σου… είτε δεν υπάρχουν… γιατί είσαι εκεί.

Μα τα περισσότερα τα έχουμε μάθει όλα ανάποδα. Και έτσι οι ζωές μας γράφονται με απώλειες και υπομονές. Και κάπως έτσι οι σιωπές μας συνένοχες κουβάλησαν την αλλοίωση στις λέξεις που δεν τολμήσαμε να τις ξεστομίσουμε στις δύσκολες στιγμές μας. Σεργιανίζω έξω με τη μπλε βαλίτσα μου σε οδούς συναισθημάτων, σε πολυκατοικίες φόβων, σε δρομάκια ονείρων, σε αυλόπορτες επιθυμιών, σε αδιέξοδα σκέψεων… και αφουγκράζομαι τη χαρά και την πληγή των ανθρώπων… μαζί όμως. Σαν μια ανάσα που δεν έχει τελειωμό. Έχει όμως ζωή. Ζωή που αποτελείται από μικρές, φωτεινές στιγμές, όπως όταν ένας άνθρωπος ανοίγει την καρδιά του και σου δείχνει τον κόσμο του. Εκεί θέλω να απαγκιάσω τον εαυτό μου και με την μπλε βαλίτσα μου.

Μα λίγοι οι τόποι και οι τρόποι μας για να μπορέσω  κάπου  και εγώ να πω «έφτασα». Να πω «έφτασα εγώ και το γέλιο μου… αυτό που είχα ως παιδί». Δυστυχώς γινήκαμε ληξίαρχοι των ημερών μας. Αρκούμαστε στο λίγο που φέρνει αδράνεια, σαν το τέλος μιας νάρκωσης. Μα δε χρειαζόμαστε ήσυχους ανθρώπους, ανήσυχους χρειαζόμαστε. Οι ήσυχοι άνθρωποι μυρίζουν αποσύνθεση… ακριβώς όπως οι ήσυχοι νεκροί. Τελικά είμαστε νεκροί ή ζωντανοί; Οι παραιτήσεις μας κραυγάζουν στο άγχος της αποδοτικότητας που έχουμε. Συνεχίζουμε διαρκώς να καλούμαστε να αποδείξουμε πράγματα… δεν τολμάμε να πούμε δεν αντέχω, δεν μπορώ. Μα η ζωή σημαίνει ευθύνη, ευθύνη της ελευθερίας  και ανάληψη των χαρισμάτων και των δυνατοτήτων μας. Μα η ζωή σε καλεί να ρισκάρεις και εμείς δε θέλουμε το ρίσκο. Ζούμε σε μια τοξική κουλτούρα, όπου ο πολιτισμός μας δεν είναι συμβατός με τις υπαρξιακές μας ανάγκες. Και κάπως έτσι γεμίζουμε το χρόνο μας για να μην έρθουμε αντιμέτωποι με τα κενά μας.

Κάποτε ένας γέροντας μου είχε πει… «παιδί μου να έχεις πίστη στην αγωνία σου και όχι στην απόγνωσή σου και να πιστεύεις με το τραύμα σου, όχι με το θαύμα σου…». Από τότε τούτη η φράση με συντρίβει και με αναζωογονεί. Με συντροφεύει στα δύσκολά μου. Αυτή και η μπλε βαλίτσα μου βέβαια που κουβαλώ το γέλιο μου. Μα πρέπει λίγο να ξεκουραστώ. Απόκαμα. Απόκαμα να περπατώ τόση ώρα πάνω στις πυρακτωμένες λέξεις μου ως άλλος αναστενάρης που δεν καίγεται… Η ποιμαντική αυτή βροχή τούτο το απόβραδο ήρθε να μου θυμίσει ότι η ψυχή είναι σαν το νερό μερικές φορές που δε θέλει να αποφασίσει, να βιαστεί  εάν είναι να γίνει λίμνη, ποτάμι ή θάλασσα. Ψυχή σα νερό μετέωρο από τον ουρανό μέχρι να πάρει τη μορφή σταγόνων μιας ξαφνικής βροχής. Όπως τούτης, που την απολαμβάνω εγώ και η μπλε βαλίτσα μου. Σαν να με «καθαρίζει» από μέσα προς τα έξω. Και εάν τόση ώρα αναρωτιέσαι γιατί μπλε το χρώμα της βαλίτσας είναι γιατί θέλω να εξομολογούμαι σαν τη θάλασσα. Από το βυθό μου ως τον αφρό των κυμάτων μου. Μόνο έτσι μπορώ να δίνω ζωή στο γέλιο μου εκείνο που είχα ως παιδί. Και να το μουσκεύω όπως τώρα δα. Με τούτη τη βροχή. Που άθελα, ηθελημένα μου χαρίζει έναν καινούργιο κόσμο. Ίσως και τον κόσμο σου. Τι δεν με πιστεύεις; Έλα , έλα σιμά.  Έλα δες, σγούψε πάνω στη μπλε βαλίτσα. Θα αντικρίσεις ότι υπάρχει ζωή. Ένα δέντρο. Ε τούτο το δέντρο είναι το γέλιο που είχες από παιδί και που ριζώνει πάνω του η ζωή σου. Το γέλιο τούτο είναι η ρίζα σου, το δέντρο, ο καρπός σου και το οξυγόνο σου για το από εδώ και πέρα. Γιατί το ρολόι της ζωής σου δε μετρά το χρόνο μας, τις ώρες μας, τα λεπτά μας… μετρά τη φθορά ή την αφθαρσία μας σε σχέση με το τι κάνουμε και πως αισθανόμαστε. Αυτή η ρίζα του γέλιου γίνεται η αυτοδίδακτη ιστορία μας. Άνθρωπε να μετατρέπεις τον πόνο σου σε κίνηση και την ανάγκη σου σε δημιουργία. Και να γελάς όπως τότε που ήσουν παιδί … γιατί ό, τι αξίζει θέλει τη γαλήνη εκείνου του γέλιου.

 Ααα και κάτι τελευταίο που δεν σου το είπα ακόμα. Σου είπα ένα μικρό, αληθινό ψεματάκι…. σαν ανοίξεις τη βαλίτσα μου δεν θα βρεις το γέλιο μου…. αλλά το δικό σου… αυτό που μου είχες χαρίσει γενναία, αγνά και απλόχερα όταν ήμασταν παιδιά και από τότε το κουβαλώ ως πολύτιμό μου… στα εύκολα και στα δύσκολα μου…. όπως και εσύ κάνεις με το δικό μου και σε ευχαριστώ για αυτό…

 

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

Μια ανάμνηση είναι κάτι που έχεις ή που έχασες;


 

Μια ανάμνηση είναι κάτι που έχεις ή που έχασες; Με έπιασαν πάλι τα υπαρξιακά μου, βραδιάτικα. Ή μήπως η ερώτησή  μου τούτη ξεπηδά σαν ένας θρόμβος μιας φλέβας αγωνίας και άγχους και ψάχνει να ξεμπουκώσει το μποτιλιάρισμα  των φόβων μου και των ανασφαλειών μου και πετώντας το «αίμα» της θα μου δώσει την κατάλληλη «πίεση» για να ζήσω; Ούτε υπέρμετρη με όλα αυτά που μας κατακλύζουν, αλλά ούτε και λιγότερη, ειδάλλως θα συνεχίζει να ζει σε ένα κώμα ήσυχης συγκατάβασης, μέχρι να την μορφοποιήσουν σε ένα κόμμα στίξης που δεν χωρά καμία τελεία, ένα τέλος, μια ολοκλήρωση, ή σε ένα κόμμα με «πιστούς» και πειθήνιους καταναλωτές πνεύματος και σώματος για το από εδώ και πέρα τους.

Ξέρεις γιατί δεν κλείνουμε την τηλεόραση; Αυτό το μέσο επιβολής ψέματος που νομιμοποιεί ως κανονικότητα την ανηθικότητα; Γιατί τότε θα δούμε τα βλέμματά μας να πέφτουν πάνω στα ερείπια της πραγματικότητάς μας. Θα αναρωτηθούμε γιατί οποιαδήποτε στατιστική που δημοσιοποιείται ως η μόνη αυθεντία της πραγματικότητας… αφήνει πάντα από έξω τη ψυχική μας πραγματικότητα. Την πιο σημαντική. Σε αυτό λοιπόν το πυκνό επείγον παρόν που ζούμε ας αναρωτηθούμε ΑΝΘΡΩΠΕ, πόσο στα αλήθεια σήμερα ανταμώνουμε; Μήπως ζούμε ως ιστορικό σύμπτωμα ή μήπως επειδή η ζωή μας δεν αναζητά άλλους «τρόπους» και «γιατί», γίναμε πλέον ενθύμιο ακυρωμένων δυνατοτήτων μιας συναισθηματικής ζωής;

Ζούμε σε μέρες που υποφέρουμε από τις δυσκολίες των ανέσεών μας. Ζούμε σε μέρες που ο κόσμος αλλάζει νωρίτερα και ταχύτερα από την ωρίμανσή του. Ζούμε σε μέρες που κανείς νικητής δεν μπορεί να βγει από την Ιστορία με καθαρά χέρια και αυτό γιατί αφήσαμε στους τρόμους που μας επιβάλλανε να τρέφει τους δικούς μας φόβους. Και κάπως έτσι γινήκαμε οι πιο πιστοί τηλεθεατές στο φόβο της μέρας, αφού η τηλεόραση και τα social media δεν μας επιτρέπουν την πολυτέλεια της μνήμης. Για αυτό σε ρωτώ η ανάμνηση είναι κάτι που έχεις ή που έχασες; Μη βιαστείς για την ετυμηγορία σου. Γιατί συνήθως απαντάμε πλέον πριν σκεφτούμε… και κάπως έτσι παύουμε να σκεφτόμαστε.

Επιζούμε σε εποχές όπου η πληροφορία δεν είναι απαραίτητα και γνώση. Και μαζί με εμάς επιζούν και οι νέοι άνθρωποι που αρχίζουν την ενήλικη ζωή τους με χρέη. Πόσους συμβιβασμούς θα κληθούν να κάνουν τα παιδιά αυτά, πόσα όνειρά τους θα απαρνηθούν όχι για να ζήσουν καλύτερα, αλλά για να μη ζήσουν χειρότερα; Επιζούμε σε εποχές όπου οι περισσότεροι από εμάς κυριαρχούμαστε από φόβους με συνέπεια και πλέον πιο εύκολα, πιο εύστοχα και πιο γρήγορα υιοθετούμε ατομικές λύσεις. Μα ποτέ μια κοινωνία δεν πήγε μπροστά από τα άτομα. Μα από τις σχέσεις. Αλλά ξέχασα, ξέχασα πως η απόγνωσή μας δεν μετριέται στις δημοσκοπήσεις και έτσι από κάθε πέρσι και καλύτερα, πάμε στο κάθε φέτος και χειρότερα για τα κακά που μας συμβαίνουν.

Συμβιβαζόμαστε με ηττοπάθεια σε εποχές όπου οι λέξεις μας πεθαίνουν, στρατεύονται…. Άλλες ματώνουν, άλλες αιχμαλωτίζονται και άλλες συκοφαντούνται. Και άλλες υποχρεώνονται να μας αποπλανήσουν… Οι λέξεις μας , οι δικές μας λέξεις. Αυτές που αγόγγυστα, με θαλπωρή, κυοφορούν τα συναισθήματά μας , τις αγωνίες μας, τα «θέλω» μας, τα «μπορώ» μας, τα αγγίγματά μας και τα γεννούν στο φως, στον ήχο και στον αγέρα. Μας μετέφεραν και τις μεταφέραμε σε χαρές και σε λύπες. Σε έρωτες και σε πληγές. Σε αγκαλιές και σε πόνους. Είναι, είναι οι λέξεις μας αυτές οι αναπνοές της καρδιάς μας… τις αναπνέουμε και της εισπνέουμε στο διάβα της κάθε μας μέρας. Για αυτό μην τις κακομεταχειριζόμαστε. Είναι το αντίδωρο της επικοινωνίας μας.

Συμβιβαζόμαστε σε εποχές όπου η ηλιθιότητα της απληστίας, οδηγεί στην τυραννία των επιλογών μας και αυτή με τη σειρά της στην τυφλότητα των προνομίων…. που νομίζουμε ότι έχουμε τελικά. Και κάπως έτσι τα γεγονότα της κάθε σου μέρας σε στοιχειώνουν και σε εκδικούνται για την έλλειψη κατανόησης που τους δείχνεις. Αλήθεια ποιος από εμάς είναι έτοιμος να δράσει και όχι να σιχτιρίσει στην πρώτη δυσκολία, στην πρώτη αναποδιά; Γιατί καταργούνται τόσο -όχι αθώα- οι φραγμοί μας , αλλά φράζει τελικά η επικοινωνία μας; Ίσως γιατί ψάχνουμε έτοιμες απαντήσεις, χωρίς να έχουμε κάνει πρώτα τις σωστές ερωτήσεις. Ίσως γιατί βουβαίνουμε στα συναισθήματα μας και γυρολογάμε  τις ζωές μας , τις ολάκερες, σέρνοντάς τες σε καταθλίψεις. Ίσως γιατί από τη μια δεν θέλουμε να χάσουμε τις ελπίδες μας , αλλά από την άλλη προφανώς δεν ξέρουμε και που να τις ακουμπήσουμε.

Τρακάρουμε σε ώρες όπου η διάκριση πλέον ανάμεσα στο αληθινό και το ψεύτικο είναι πιο βαθιά από ότι είναι εκείνη ανάμεσα στο περιττό και το ουσιώδες. Τρακάρουμε σε ώρες που διακαώς τα θέλουμε όλα και χωρίς κόπο… και αυτό μας κουράζει. Τρακάρουμε σε ώρες που θέλουμε να μας λένε την αλήθεια, αρκεί να είναι αυτή που επιθυμούμε. Μα ο Χρόνος είναι πάνω από όλα αυτά τα αναθεματισμένα τρακαρίσματα. Είναι σαν ένας αεικίνητος αργαλειός. Ο Χρόνος αυτός μάς ομολογεί πως δεν είναι αυτός περατός, αλλά ο βίος μας. Μας σιγοντάρει να δεχόμαστε την θεραπεία των εμπειριών στη ζωή μας. Μας υπενθυμίζει πως ό,τι θυμόμαστε, ό,τι ζήσαμε, ό,τι έχουμε ανάγκη, ό,τι νομίζουμε πως θυμόμαστε … αυτό είμαστε.

Μα το μέλλον του Χρόνου, του χρόνου μας δεν είναι ευκαιρία, είναι επιλογή. Επιλογή να σώσουμε τα όνειρα των παιδιών μας, αφού δεν μπορέσαμε να πραγματοποιήσουμε τα δικά μας. Επιλογή να αντιμετωπίσουμε με τόλμη και αρετή τους φόβους μας. Άλλωστε οι φόβοι βρίσκονται στην καρδιά  μας και όχι σε αυτούς που αντιμετωπίζουμε. Ας αντιμετωπίσουμε λοιπόν τους εαυτούς μας με σεβασμό, δικαιοσύνη και συγχωρητική αγάπη. Επιλογή να μην καλύπτουμε τις πραγματικές μας ανάγκες με τους φόβους μας αυτούς.

Γιατί γεμίζουμε ΑΝΘΡΩΠΕ τον κόσμο μας με σκοτάδι, αφού γεννηθήκαμε στο φως; Μήπως γιατί τελικά είμαστε ό,τι έχουμε ξεχάσει; ΆΝΘΡΩΠΕ κάποιοι καταλαβαίνουν όσα ακούν, και άλλοι ακούν όσα καταλαβαίνουν, κοίτα να μην ανήκεις στους δεύτερους. ΆΝΘΡΩΠΕ να αφοράς τον άλλον, ειδάλλως η ζωή σου θα είναι μονομερώς η αντίδρασή σου σε αυτό που σου συμβαίνει και όχι και σε αυτό που συμβαίνει στον συνάνθρωπό σου. ΆΝΘΡΩΠΕ πάντα το «ανάμεσα» στις κουλές νίκες σου και στις γενναίες ήττες σου θα είναι η πιο δύσκολη στιγμή… η πιο δύσκολη στιγμή. Μα το πρόβλημα αυτό είναι και η λύση συνάμα… τούτο σκέψου.

‘ΑΝΘΡΩΠΕ λιμοκτονούμε πνευματικά, γιατί προτιμούμε τη χάρη του περιττού που καταλήγει και μετατρέπεται σε τυραννία. Λιμοκτονούμε συναισθηματικά, αφού τα παιδιά μας πλέον καλλιεργούν την παιδικότητά τους με μια γεροντική και γερασμένη προοπτική. ΆΝΘΡΩΠΕ «αυτοκτονούμε» συνειδησιακά γιατί αντιμετωπίζουμε τους συνανθρώπους μας με τους όρους που μας επιβάλλουν τα δελτία ειδήσεων. Και κάπως έτσι καταλήγουμε σα ζωές που χασομερούν σαν άτυχα ραντεβού, που ποτέ κανείς δεν έρχεται. Και κάπως έτσι έχουμε δημιουργήσει αφηρημένους νόμους που αρνούνται τις ίδιες μας τις ζωές. Το σεβασμό τους σε αυτές. Και κάπως έτσι δεν τολμάμε να εκθέσουμε τον εαυτό μας σε θέματα που καίνε, γιατί τελικά είμαστε φοβισμένοι ότι θα ξαναπληγωθούμε που δεν παίρνουμε το ρίσκο.

Τελικά όλα φαίνονται στις ζωές μας, μα ελάχιστα είναι ορατά. Τελικά το πιο αληθινό που μένει από μια αλήθεια είναι η νοσταλγία της… για αυτό κάνε ερωτήσεις μονάχα όταν είσαι μέσα σου έτοιμος να ακούσεις τις απαντήσεις.

Όσο για εμένα… ρουφώ τις ερωτήσεις μου σε μια ζεστή κούπα ξεβολευμάτων. Και με καίνε. Καίνε τα χείλη μου. Καίνε τα σωθικά μου. Γουλιά και ερώτηση… γουλιά και κάψιμο… κάψιμο και κάθαρση; Θα δείξει, έχω ακόμα πολύ να πιω. Μπας και προχωρήσω με βάση τις αντιξοότητες μου στη ζωή και όχι τις ανέσεις μου. Μπας και κατανοήσω πως δεν έχουν σημασία τα χρόνια που κερδίζω στη ζωή μου, αλλά η ζωή που δίνω στα χρόνια μου. Μπας και αντικρίσω τις αλήθειες που αναγκάστηκα να κρύψω στα παιδικά μου χρόνια. Μπας και αντιγυρίσω την αντοχή μου σε κατανόηση.

ΆΝΘΡΩΠΕ τι είναι πιο έκτακτο στη ζωή σου; Ένα δελτίο ειδήσεων ή μια αγκαλιά; ΆΝΘΡΩΠΕ πόσα μακριά σήμερα πήδηξες στο σκάμμα της πιο σημαντικής σου λέξης; Της πιο σημαντικής σου σκέψης; Του πιο σημαντικού σου συναισθήματος; ΆΝΘΡΩΠΕ τι θα απαντήσεις σαν σε ρωτήσει ένα παιδί που ζει η χαρά, το γέλιο και η ελευθερία; ΆΝΘΡΩΠΕ γίνε από χρήστης …δημιουργός μιας χρησιμότητας. ΆΝΘΡΩΠΕ το αντίθετο της αγάπης δεν είναι ούτε η απώλεια, ούτε η απουσία… είναι η λησμονιά και η λήθη απέναντι σε εσένα και τον συνάνθρωπό σου. Γιατί ό,τι δίνουμε δεν επιστρέφει πάντα, αλλά ό,τι δίνουμε είναι αυτό που είμαστε. Και στο τέλος , στο τέλος των επίγειων ζωών μας με δυο «τάματα» θα αναμετρηθούμε εάν εκπληρωθούν… με την αγάπη που έδωσες και με το φόβο που σε ανάθρεψε…

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Κάνουμε μνημόσυνο στις μνήμες μας;


 

 

 

-«Ο Θεός να την συγχωρέσει…» και ανοίγαμε διάπλατα με σπουδή περίσσια τα στόματά μας …για να μπουκωθούμε τα κόλλυβα μια Μνήμης. «Ελάτε, ελάτε έχει και άλλα, μην πάνε χαμένα παιδιά, φάτε να χορτάσουν οι κοιλιές σας», έλεγε με ύφος η μάνα.

 

Δεν πολυκαταλάβαινα τότε μικρός σαν ήμουν, γιατί έπρεπε να χορτάσουμε την πείνα μας με κόλλυβα στο όνομα μια αδικοχαμένης Μνήμης. Και να σου οι ρυτιδιασμένες σταφίδες των αναμνήσεων, και να σου το πορφυρό χρώμα της διάψευσης του ροδιού, και να σου η στιβαρή, γήινη γεύση του σιταριού, και να σου η ζαχαρένια άχνη των ψευδαισθήσεων και των ψεμάτων στην κορυφή για να μας αφήσει δήθεν μια γλυκιά γεύση. Και στο τέλος μέναμε με τις κοιλιές μας γιομάτες διαψεύσεις, διαγραφές και συμφέροντα. Α ναι, για να μην το ξεχάσω, ξόμεναν και αυτά τα πλαστικά άσπρα κουταλάκια που μας θύμιζαν τις πλαστικοποιημένες μας ζωές , μα και συνάμα και τις τόσο εύθραυστες στο να σπάσουν. Όπως αυτά τα κουταλάκια…

 

-«Μεθαύριο παιδί μου, θα πάμε στην εκκλησία της Αναλήψεως… θα είναι τα 40, το μνημόσυνο της Μνήμης των δύο κοριτσιών που αυτοκτόνησαν. Να πάμε να τιμήσουμε τη Μνήμη τους που δεν άντεξε την πίεση του να είσαι «άριστος», «επιτυχημένος» και «κοινωνικά αποδεκτός»….», όλοι μας γνέψαμε καταφατικά τα κεφάλια μας και ύστερα χαθήκαμε στις μοναξιές μας.

 

Τα χρόνια πέρασαν, μεγάλωσα …το ίδιο και η μοναξιά μου. Ενώ όλες μου οι αναμνήσεις ή έστω οι περισσότερες μετουσιώθηκαν σε κοντόληκτες για να μπορώ να είμαι αδρανής happy, εκείνη η ανάμνηση της εικόνας της μητέρας μου με τα αδέλφια μου να τρέχουμε ξοπίσω από τα μνημόσυνα Μνήμης ανθρώπων, μου είχε μείνει ανεξίτηλη. Με είχε σημαδέψει. Πλέον η εποχή μας γέμισε με μνήμες σαν μισοσβησμένες διαθήκες, που η κάθε μια είχε τον χρόνο, την ώρα της. Ο μικρός δείκτης τους έδειχνε που χωράνε, μα ο μεγάλος πότε πρέπει να «φύγουν», να τελεσιδικήσουν, να πάψουν να υφίστανται. Και κάπως έτσι βολόδερναν οι ζωές μας ανάμεσα στο ενδιάμεσο μια μνήμης και της λήθης της. Και κάπως έτσι αντί να σηκώνουμε το ανάστημά μας κατάματα στους φόβους μας , λυγίσαμε τους χρόνους μας όπου οι μνήμες μας ζουν.

Το σίδερο στη σιδερώστρα έκαιγε εδώ και ώρα. Έπρεπε να προλάβω να ετοιμάσω τα ρούχα μου για αύριο. Να σιδερώσω τον πειθαναγκασμό μου μαζί με τα μαύρο μου κουστούμι, να κάνω άψογη τσάκιση στον φόβο μου με το μαύρο μου πουκάμισο, να ισιώσω τις τσαλακωμένες μου δειλίες με το μαύρο μου παντελόνι. Έπρεπε να δείχνω αψεγάδιαστος και ατσαλάκωτος. Να μην αφήσω να φάνει τίποτα από έμενα, από τα μέσα μου. Έτσι συνήθως κέρδιζα τη συμπάθεια και έπαιρνα περισσότερα κόλλυβα. Στις αρχές του χρόνου μάλιστα είχα πάρει καινούργιο ημερολόγιο που είχε τους χάρτες με τις εκκλησίες του λεκανοπεδίου. Με βοηθούσε να τις βάζω σε γκρουπ περιοχών για να μην σπαταλώ χρόνο και δρόμο. Αυτό το Σάββατο απαιτεί συγχρονισμό και αποφασιστικότητα. Είναι το Ψυχοσάββατο. Έπρεπε να προλάβω τα μνημόσυνα για πολλές Μνήμες. Χώρια βέβαια τίποτα έκτακτες κηδείες στο

 

ενδιάμεσο της εβδομάδας… είχα πάρει πομπό και άκουγα τις ειδήσεις των γραφείων τελετών στις συχνότητες που εξέπεμπαν... δεν έπρεπε να αφήσω καμιά Μνήμη ακήδευτη. Ειδάλλως οι Μνήμες θα έρθουν κάποτε να πάρουν την εκδίκησή τους στις ζωές μας, θα ζητήσουν τις ευθύνες που δεν πήραμε , τις ελευθερίες  για τις οποίες δεν αγωνιστήκαμε , θα ζητήσουν τη δικαιοσύνη που τυφλώσαμε . Οπότε αυτή η περίοδος είναι η καλύτερη για τα κόλλυβα. Πεθαίνουν οι μνήμες και εμείς καταναλώνουμε τα κόλλυβα τους για να συγχωρεθούν. Τις τιμάμε . Έτσι δεν είναι;

Με τα χρόνια έμαθα να είμαι πιο οργανωμένος και πιο έμπειρος. Όχι μόνο πήγαινα στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς μου και ξεφύλλιζα τις φυλλάδες των εφημερίδων για να δω που γίνονταν φρέσκες κηδείες –μάλιστα για να μην τις ξεχνάω τις έβγαζα κρυφά φωτογραφία με το κινητό μου-, αλλά είχα πάρει και ένα ολόμαυρο τσαντάκι μέσης με πολλά φερμουάρ και θήκες , ώστε εάν σε μια μέρα πήγαινα σε πάνω από ένα μνημόσυνο, το καθένα να είχε το δικό του χώρο σε συγκεκριμένες τσέπες. Αααα σε παρακαλώ, ποτέ δεν ανακάτευα τις Μνήμες και τα μνημόσυνά τους. Ήμουν κύριος… έτσι μπορούσα να υπάρχω , να ζω ως αμνήμων επιζών. Μάλιστα με τον καιρό το όλο πράγμα γίνονταν με τη βοήθεια της τεχνολογίας ακόμα πιο εύκολο. Φτιάχναμε ομάδα στο Viber , προφίλ στο facebook με τίτλο ΜΜΕ… μνημόσυνα μνήμης εύγεστα. Τώρα για κάτι ξαφνικό και αναπάντεχο, δηλαδή έκτακτο είχαμε και τα βιντεάκια μας στο tik tok προς ενημέρωση.

 

Και κάπως έτσι οι μέρες , οι μήνες, τα χρόνια περνούσαν με τις Μνήμες να πεθαίνουν μαζί με την Ιστορία και τις ιστορίες μας. Ώσπου καμία μέρα και κανέναν χρόνο, δηλαδή οποτεδήποτε…

 

πήρα τις εξετάσεις αίματος, υπέρηχου και ακτινογραφίας που είχα κάνει λόγω γερασμένης Μνήμης μου πλέον. Δυστυχώς τα πράγματα δεν ήταν καθόλου καλά. Τα λευκά αιμοσφαίρια της αμνησίας μου ήταν πολύ παραπάνω από τα επιτρεπτά όρια και επιθετικά σε όλο το σώμα μου. Η ακτινογραφία έδειχνε ότι είχα συντριπτικό κάταγμα λεκάνης συναισθημάτων και κάτι σκιές σιωπής και ψέματος κατέτρωγαν τα πνευμόνια μου. Το τελικό χτύπημα ήταν ο υπέρηχος καρδιάς. Χτύπημα, το ότι η καρδιά μου δεν χτύπαγε, δεν πάλλονταν, δε λειτουργούσε, δεν πονούσε , δεν αισθάνονταν. Έπαψα εδώ και ολάκερα χρόνια να έχω την πολυτέλεια να καρδιοχτυπώ. Τρομοκρατήθηκα! Τρεμάμενος, ξέροντας ότι κανείς δεν θα θυμάται το τέλος μου, αφού και η δική μου Μνήμη θα φαγωθεί λαίμαργα, κοίταξα να σε στείλω στον Εαυτό μου ένα γράμμα….

«Αγαπημένε μου Εαυτέ, τούτα τα λόγια τα στερνά να ξέρεις ότι θα γραφτούν μονάχα από τη μοναδική μου μνήμη που μου έχει απομείνει. Από δαύτην που είχα παιδί. Γιατί μεγαλώνοντας την απώλεσα. Εαυτέ μου, οι μοναδικές στιγμές που ένιωσα ευτυχισμένος ήταν σαν ήμουν παιδί. Τότε που δε με βάραινε κανένα παρελθόν και δεν με ανησυχούσε κανένα μέλλον. Οι αλήθειες μου τότε κολλούσαν στη Μνήμη μου σαν τα πολύτιμα νομίσματα, με τα οποία μπορούσα να αγοράσω τα πιο σημαντικά για εμένα στη ζωή μου. Τότε που δεν είχα τίποτα χειρότερο να φοβηθώ και ήμουν ελεύθερος να ονειρευτώ. Εαυτέ μου, μην την πατήσεις όπως εγώ, γιατί στην προσπάθεια να εξαντλήσω τις απαντήσεις των επιθυμιών μου, στο τέλος εξαντλούμουν εγώ. Μην αφήσεις σε παρακαλώ ποτέ τις Μνήμες σου να πακεταριστούν σε προϊόντα σούπερ μάρκετ που μετά πηγαίνεις και τα αγοράζεις με οποιοδήποτε κόστος. Να μην ζεις ως Ιστορικό σύμπτωμα, μα να είσαι η Ιστορία η

 

ίδια. Και με αυτήν να πορευτείς. Και που σαι …μην λησμονάς πως η αγάπη μέσα σου είναι η μόνη άφθαρτη πυξίδα. Έτσι δεν θα χαθείς όπως εγώ. Έτσι δεν θα αφήνεις τη λήθη να δημιουργήσει τα δικά της ομοιώματα. Εαυτέ μου, μην χαρτογραφείς εύκολα τις δυστυχίες σου με το πόσες καταναλωτικές επιθυμίες εκπλήρωσες ή με πόσες δυστυχίες άλλων χάρηκες. Μήτε να στερήσεις από τον εαυτό σου το δικαίωμα και την δυνατότητα να αποτύχεις. Στοχάσου να μην γεμίζεις τον κόσμο σου στα σκοτάδια σου, γιατί εσύ γεννήθηκες στο Φως. Ούτε να συμβιβάζεις αυτό που νιώθεις και επιθυμείς με αυτό που σε υποχρέωσαν να παρουσιάσεις. Και στις ενήλικες σοβαρότητές σου, χαστούκισε τις υποκρισίες τους. Το ξέρω σε κούρασα. Μα που αλλού να τα πω; Αφού δεν θα είμαι εκεί. Δεν θα είμαι εκεί για να ανασυγκροτήσω την μνήμη που δεν υπήρξε. Για αυτό για λίγο, συμπάθα με. Το ξέρω έχεις τα δίκια σου, σαν δεν θέλεις. Λυπήσου με, έστω. Γιατί στη ζωή μου δυστυχώς μπουκώθηκα με αλλαγές χωρίς το γίγνεσθαι της ψυχής μου να είναι παρόν. Ζούσα σε ήρεμους πανικούς, καθηλωμένος στην αιωνιότητα των περιορισμών μου. Τώρα, τώρα δα, ξέροντας το τέλος μου, συνειδητοποιώ ότι ο θάνατος Εαυτέ μου, είναι η ελπίδα ότι η ζωή συνεχίζεται για όλους εσάς, με έναν καρδιακό όμως τώρα τρόπο. Ειδάλλως η ζωή θα γίνει η προεξόφληση ενός δανείου που χρωστάμε, ενώ δεν θα το έχουμε ποτέ εισπράξει. Σε κούρασα, σου ζητώ συγγνώμη. Μια τελευταία χάρη σου ζητώ. Κάτω από το κρεβάτι μου έχω μια σχολική τσάντα. Την πρώτη μου τσάντα. Εκεί ανάμεσα στα ονείρατα, τις λαχτάρες και τα γέλια μου, στο κάτω μέρος θα βρεις ένα μικρό, άσπρο, πλαστικό κουταλάκι. Με αυτό αναγκάστηκα να μεγαλώσω. Με έμαθαν να τρώω τα κόλλυβα από τις Μνήμες άλλων ζωών. Σπάστο το γαμημένο σε παρακαλώ και κοίταξε εσύ από εδώ και πέρα να μη φοβάσαι

αυτό που δεν ζεις , αλλά αυτό που αναγκάστηκες να κρύψεις. Στην Μνήμη λοιπόν για όσα συνέβησαν μια φορά και δεν έπαψαν ποτέ να συμβαίνουν. Στην Μνήμη εκείνου του παιδιού.

 Με αγάπη η σκοτεινή πλευρά του Εαυτού σου».

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Να χρησιμοποιείς τα λόγια σου με φροντίδα...


 

Να χρησιμοποιείς τα λόγια σου με φροντίδα, γιατί κάθε σου λέξη που έχεις πει, ακόμα κατοικεί μέσα στους ανθρώπους που την είπες. Όπως άλλωστε συμβαίνει και με εσένα. Θυμάσαι ως παιδί, λόγια, λέξεις που αισθάνεσαι ακόμα και σήμερα; Οι λέξεις αυτές δεν εξαφανίζονται επειδή ο ήχος τους έχει φύγει. Έχουν τοποθετηθεί μέσα σου, μέσα στην καρδιά σου. Και ξαναγίνονται ήχος, φωνή όταν θα τις χρειαστείς, ακόμα και σε μια δύσκολη στιγμή. Οι λέξεις δεν είναι απλά μια μορφή επικοινωνίας μονάχα. Είναι κατασκευαστές, εργολάβοι, που χτίζουν μέσα σου ολόκληρους κόσμους, ολόκληρα σύμπαντα που έχουν επηρεάσει αρνητικά ή θετικά την αυτοπεποίθησή σου, την αντίληψή σου, ακόμα και την εμφάνισή σου, τον τρόπο που αποκαλύπτεσαι και παρουσιάζεσαι.

Στην αρχή μοιάζει όλο αυτό κάτι σαν τοίχος που σου ανοίγει όμως το παράθυρο από μέσα σου για τον έξω σου κόσμο. Το μυαλό σου, πόσο μάλλον η ψυχή σου, ακούει πάντα αυτά που λέγονται, όχι μόνο αυτά που λέγονται στους άλλους, αλλά και αυτά που λες εσύ στον ίδιο σου τον εαυτό. Λέξεις ήσυχες, λέξεις επαναλαμβανόμενες, λέξεις ήρεμες, λέξεις θυμωμένες, λέξεις. Λέξεις που κανείς άλλος δεν ακούει παρά μονάχα εσύ.

Λέξεις, φράσεις ομολογητικές και αδύναμες, όπως … ¨δεν είμαι αρκετός¨, ¨δεν μπορώ να το κάνω¨, ¨τίποτα καλό δεν μου συμβαίνει¨. Πρόσεχε λοιπόν μην αρχίζεις και χτίζεις τη ζωή σου γύρω από αυτές, γιατί μιλώντας αρνητικά για εσένα τον ίδιον, θα αισθάνεσαι ψυχοπλακωτικά, θα αισθάνεσαι βαρύς. Θα φοβάσαι, θα νιώθεις ότι πνίγεσαι. Θα αμφιβάλλεις και θα δειλιάζεις για κάθε σου βήμα, Για αυτό να μιλάς με πίστη στις λέξεις σου, στα λόγια σου και θα δεις σιγά-σιγά ότι θα αρχίζεις να ανθίζεις. Μίλα με κουράγιο και τότε θα αντιληφθείς ότι κάτι αρχίζει να αλλάζει μέσα σου. Μίλα με υπομονή και θα δεις ότι θα ξαναβρείς τις αναπνοές σου. Θα αναπνέεις ξανά.

Μίλα με ευγένεια και θα αρχίζεις να θεραπεύεσαι μέσα σου, γιατί τότε πλέον οι λέξεις σου δεν θα ηχούν μόνο, αλλά θα δημιουργούν… καθώς έχουν μέσα τη δύναμη που τις δίνεις. Χρησιμοποίησέ τες με αγάπη και φροντίδα. Μην ξοδεύεις τη ζωή σου  σε αγγαρείες που δεν τελειώνουν. Τα ίδια προβλήματα θα βγουν ξανά σιγά-σιγά, απλά με άλλο σχήμα. Για αυτό αποδέξου ότι δεν μπορείς να χτίσεις κάτι που θα κρατήσει για πάντα, αλλά να μπορείς να δημιουργήσεις κάτι που θα αντέχει.

Άνθρωπε μην ζεις με την υποχρέωση της ανάγκης. Ανάγκη να αποδείξεις, ανάγκη να διαφέρεις, ανάγκη να εξηγήσεις, ανάγκη να αντισταθείς. Άνθρωπε τούτο να θυμάσαι… να προσεύχεσαι σε μια υπέροχη σιωπή που θα σε κάνει να πας παρακάτω στον ορίζοντά σου. Και τα ρήματα της καρδιάς σου να φροντίζεις μόνο  στον Ενεστώτα να ανθίζουν, γιατί έτσι θα σε κάνουν να ζεις σε έναν Διαρκή Μέλλοντα, καθώς ότι αγαπάς βαθιά και ανένταχτα δεν έχει χρόνο. Και σαν νιώσεις σαν ποτάμι καθάριο, τούτο να συλλογιέσαι… μην τροποποιείς, διορθώσεις την πορεία σου για να ικανοποιήσεις τις όχθες σου… απλά ρέε… γιατί το νερό που είσαι έχει μνήμη, την μνήμη της ψυχής σου…

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Μην με αγαπάς για μια ζωή…..


 

 

Τρώω το λωτό για να ξεχάσω

πως σε λίγο θα σε χάσω

οι καρδιές το μόνο ενθύμιο

στου χρόνου τον δήμιο.

 

Πόσες φορές φωτίζεται το ναι

σε μιας αγάπης ρεφενέ;

Πόσα όνειρα χρειάζεται το όχι

στο δικό σου πρωτοβρόχι;

 

Μη με αγαπάς για μια ζωή

που οι λέξεις την προδίδουν

άσε μονάχα στη στιγμή

τις καρδιές να ελπίζουν.

 

Μέσα στη ψυχή μου

κρατώ την αντοχή μου

τι να σου πάρω

τι να σου δώσω

από εσένα ξεκινώ

μα που θα τελειώσω;


Μια ζωή βρίσκω μοναξιά

γεννιέμαι όπως το κύμα από κύμα

αγάπα με σαν στερνή μεταλαβιά

και όχι σαν μεθυσμένο βήμα.

Συναισθήματα ρετρό....


 

Μνήμες με χτυπούν

τον χρόνο αναζητούν

σε κολάζ από σκόρπιες λέξεις

το νόημά τους να μαντέψεις.

Σκλάβος στα όνειρα, μα ελεύθερός στα βήματα

μη διαβάσω άλλα ποιήματα,

γιατί ο φόβος, η μνήμη και η νύχτα

θα μου αρνηθούν την καληνύχτα.

Ψυχή με συναισθήματα ρετρό

μπες στου χρόνου το μετρό

πέρνα και πάρε τις στιγμές μου

μαζί με τις ρωγμές μου.

Γεμίζω ορθογραφίες τον εαυτό μου

με το άλλο μισό εγώ μου

σαν ζωή επί πιστώσει

που προσπαθεί να τη γλυτώσει.

Παίζω τις ήττες σε μια ζαριά

της ζωής μου οι αφορμές

να τις χάσω για λίγο ξανά

νοιώθοντας ότι με θες.

Γιατί στο φινάλε, το μεγαλύτερο ταξίδι είναι να γυρίσεις πίσω σε εσένα...

Υπάρχουν αναμνήσεις, σαν μεγαλώνουμε, που δεν τολμάς να τις σχολιάσεις, να ακουμπήσεις πάνω τους τις σκέψεις σου… Γιατί; Σε γερνούν, σε μεγαλώνουν ή σε κάνουν ανήμπορο;

 Υπάρχουν φορές, σαν μεγαλώνουμε, που προσεύχεσαι όχι γιατί γνωρίζεις τις απαντήσεις σου, αλλά γιατί θέλεις να απαγκιάσεις κάπου τις ερωτήσεις σου και τις σιωπές τους.

Υπάρχουν φορές, σαν μεγαλώνουμε, που συνειδητοποιείς πως η ουσία της ζωής λαμβάνει σάρκα και οστά όταν σταματά ή αποτυγχάνει ο υπολογισμός της.

Υπάρχουν φορές, που κάποτε αναχωρούσαμε για κάτι που υποτίθεται θα άλλαζε, θα «έσωζε» τις ζωές μας, μα που στο τέλος το χάσαμε και προσπαθούμε να επιστρέψουμε με λυσσασμένη λαχτάρα πάλι στην αφετηρία μας.

Υπάρχουν φορές που  αυτές οι ήσυχες νίκες μας, που σπάνια γιορτάζουμε, μοιάζουν με την ίδια μας την επιβίωση απέναντι στις ηχηρές ήττες μας.

Υπάρχουν στις ζωές μας βλέμματα, που δε σε «διαβάζουν» με ιδιοτέλεια, απλά σε βρίσκουν… βρίσκουν το φως και τη σκιά σου.

Μα πάντα ο χρόνος σιγοτραγουδά στο τέλος τον αιώνιο σκοπό του, τη μνήμη του. Τη μνήμη σαν μια μορφή προσευχής, έτοιμη να σου φανερώσει την ψυχική σου αυθεντικότητα. Γιατί στο φινάλε, το μεγαλύτερο ταξίδι είναι να γυρίσεις πίσω σε εσένα. Σε μια ψάθα για να ξεκουράσεις τις αντοχές σου και σε μια τσάντα για να κουβαλήσεις τις πληγές σου… τις πηγές σου δηλαδή. Προσδοκώντας ένα κύμα να σε πάρει και να σε αφήσει πάλι σε εσένα, αλλά αυτή τη φορά ….αναγεννημένο… να σε αφήσει ως το παιδί που ήσουν κάποτε. Γιατί σε αυτήν την άχραντη διάρκεια που θα δωρίσει η θάλασσα στη μνήμη σου, θα συναντήσεις το φως και την ευγνωμοσύνη στο διάβα της ζωής σου.


Πιο λίγο...

  Στις κενές μου μέρες στων ματιών τις λέρες να σβήσω μια αλήθεια θέλω με της μνήμης το πινέλο.   Μα τη δύναμη δεν την κατέχω έμ...