Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Κάνουμε μνημόσυνο στις μνήμες μας;


 

 

 

-«Ο Θεός να την συγχωρέσει…» και ανοίγαμε διάπλατα με σπουδή περίσσια τα στόματά μας …για να μπουκωθούμε τα κόλλυβα μια Μνήμης. «Ελάτε, ελάτε έχει και άλλα, μην πάνε χαμένα παιδιά, φάτε να χορτάσουν οι κοιλιές σας», έλεγε με ύφος η μάνα.

 

Δεν πολυκαταλάβαινα τότε μικρός σαν ήμουν, γιατί έπρεπε να χορτάσουμε την πείνα μας με κόλλυβα στο όνομα μια αδικοχαμένης Μνήμης. Και να σου οι ρυτιδιασμένες σταφίδες των αναμνήσεων, και να σου το πορφυρό χρώμα της διάψευσης του ροδιού, και να σου η στιβαρή, γήινη γεύση του σιταριού, και να σου η ζαχαρένια άχνη των ψευδαισθήσεων και των ψεμάτων στην κορυφή για να μας αφήσει δήθεν μια γλυκιά γεύση. Και στο τέλος μέναμε με τις κοιλιές μας γιομάτες διαψεύσεις, διαγραφές και συμφέροντα. Α ναι, για να μην το ξεχάσω, ξόμεναν και αυτά τα πλαστικά άσπρα κουταλάκια που μας θύμιζαν τις πλαστικοποιημένες μας ζωές , μα και συνάμα και τις τόσο εύθραυστες στο να σπάσουν. Όπως αυτά τα κουταλάκια…

 

-«Μεθαύριο παιδί μου, θα πάμε στην εκκλησία της Αναλήψεως… θα είναι τα 40, το μνημόσυνο της Μνήμης των δύο κοριτσιών που αυτοκτόνησαν. Να πάμε να τιμήσουμε τη Μνήμη τους που δεν άντεξε την πίεση του να είσαι «άριστος», «επιτυχημένος» και «κοινωνικά αποδεκτός»….», όλοι μας γνέψαμε καταφατικά τα κεφάλια μας και ύστερα χαθήκαμε στις μοναξιές μας.

 

Τα χρόνια πέρασαν, μεγάλωσα …το ίδιο και η μοναξιά μου. Ενώ όλες μου οι αναμνήσεις ή έστω οι περισσότερες μετουσιώθηκαν σε κοντόληκτες για να μπορώ να είμαι αδρανής happy, εκείνη η ανάμνηση της εικόνας της μητέρας μου με τα αδέλφια μου να τρέχουμε ξοπίσω από τα μνημόσυνα Μνήμης ανθρώπων, μου είχε μείνει ανεξίτηλη. Με είχε σημαδέψει. Πλέον η εποχή μας γέμισε με μνήμες σαν μισοσβησμένες διαθήκες, που η κάθε μια είχε τον χρόνο, την ώρα της. Ο μικρός δείκτης τους έδειχνε που χωράνε, μα ο μεγάλος πότε πρέπει να «φύγουν», να τελεσιδικήσουν, να πάψουν να υφίστανται. Και κάπως έτσι βολόδερναν οι ζωές μας ανάμεσα στο ενδιάμεσο μια μνήμης και της λήθης της. Και κάπως έτσι αντί να σηκώνουμε το ανάστημά μας κατάματα στους φόβους μας , λυγίσαμε τους χρόνους μας όπου οι μνήμες μας ζουν.

Το σίδερο στη σιδερώστρα έκαιγε εδώ και ώρα. Έπρεπε να προλάβω να ετοιμάσω τα ρούχα μου για αύριο. Να σιδερώσω τον πειθαναγκασμό μου μαζί με τα μαύρο μου κουστούμι, να κάνω άψογη τσάκιση στον φόβο μου με το μαύρο μου πουκάμισο, να ισιώσω τις τσαλακωμένες μου δειλίες με το μαύρο μου παντελόνι. Έπρεπε να δείχνω αψεγάδιαστος και ατσαλάκωτος. Να μην αφήσω να φάνει τίποτα από έμενα, από τα μέσα μου. Έτσι συνήθως κέρδιζα τη συμπάθεια και έπαιρνα περισσότερα κόλλυβα. Στις αρχές του χρόνου μάλιστα είχα πάρει καινούργιο ημερολόγιο που είχε τους χάρτες με τις εκκλησίες του λεκανοπεδίου. Με βοηθούσε να τις βάζω σε γκρουπ περιοχών για να μην σπαταλώ χρόνο και δρόμο. Αυτό το Σάββατο απαιτεί συγχρονισμό και αποφασιστικότητα. Είναι το Ψυχοσάββατο. Έπρεπε να προλάβω τα μνημόσυνα για πολλές Μνήμες. Χώρια βέβαια τίποτα έκτακτες κηδείες στο

 

ενδιάμεσο της εβδομάδας… είχα πάρει πομπό και άκουγα τις ειδήσεις των γραφείων τελετών στις συχνότητες που εξέπεμπαν... δεν έπρεπε να αφήσω καμιά Μνήμη ακήδευτη. Ειδάλλως οι Μνήμες θα έρθουν κάποτε να πάρουν την εκδίκησή τους στις ζωές μας, θα ζητήσουν τις ευθύνες που δεν πήραμε , τις ελευθερίες  για τις οποίες δεν αγωνιστήκαμε , θα ζητήσουν τη δικαιοσύνη που τυφλώσαμε . Οπότε αυτή η περίοδος είναι η καλύτερη για τα κόλλυβα. Πεθαίνουν οι μνήμες και εμείς καταναλώνουμε τα κόλλυβα τους για να συγχωρεθούν. Τις τιμάμε . Έτσι δεν είναι;

Με τα χρόνια έμαθα να είμαι πιο οργανωμένος και πιο έμπειρος. Όχι μόνο πήγαινα στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς μου και ξεφύλλιζα τις φυλλάδες των εφημερίδων για να δω που γίνονταν φρέσκες κηδείες –μάλιστα για να μην τις ξεχνάω τις έβγαζα κρυφά φωτογραφία με το κινητό μου-, αλλά είχα πάρει και ένα ολόμαυρο τσαντάκι μέσης με πολλά φερμουάρ και θήκες , ώστε εάν σε μια μέρα πήγαινα σε πάνω από ένα μνημόσυνο, το καθένα να είχε το δικό του χώρο σε συγκεκριμένες τσέπες. Αααα σε παρακαλώ, ποτέ δεν ανακάτευα τις Μνήμες και τα μνημόσυνά τους. Ήμουν κύριος… έτσι μπορούσα να υπάρχω , να ζω ως αμνήμων επιζών. Μάλιστα με τον καιρό το όλο πράγμα γίνονταν με τη βοήθεια της τεχνολογίας ακόμα πιο εύκολο. Φτιάχναμε ομάδα στο Viber , προφίλ στο facebook με τίτλο ΜΜΕ… μνημόσυνα μνήμης εύγεστα. Τώρα για κάτι ξαφνικό και αναπάντεχο, δηλαδή έκτακτο είχαμε και τα βιντεάκια μας στο tik tok προς ενημέρωση.

 

Και κάπως έτσι οι μέρες , οι μήνες, τα χρόνια περνούσαν με τις Μνήμες να πεθαίνουν μαζί με την Ιστορία και τις ιστορίες μας. Ώσπου καμία μέρα και κανέναν χρόνο, δηλαδή οποτεδήποτε…

 

πήρα τις εξετάσεις αίματος, υπέρηχου και ακτινογραφίας που είχα κάνει λόγω γερασμένης Μνήμης μου πλέον. Δυστυχώς τα πράγματα δεν ήταν καθόλου καλά. Τα λευκά αιμοσφαίρια της αμνησίας μου ήταν πολύ παραπάνω από τα επιτρεπτά όρια και επιθετικά σε όλο το σώμα μου. Η ακτινογραφία έδειχνε ότι είχα συντριπτικό κάταγμα λεκάνης συναισθημάτων και κάτι σκιές σιωπής και ψέματος κατέτρωγαν τα πνευμόνια μου. Το τελικό χτύπημα ήταν ο υπέρηχος καρδιάς. Χτύπημα, το ότι η καρδιά μου δεν χτύπαγε, δεν πάλλονταν, δε λειτουργούσε, δεν πονούσε , δεν αισθάνονταν. Έπαψα εδώ και ολάκερα χρόνια να έχω την πολυτέλεια να καρδιοχτυπώ. Τρομοκρατήθηκα! Τρεμάμενος, ξέροντας ότι κανείς δεν θα θυμάται το τέλος μου, αφού και η δική μου Μνήμη θα φαγωθεί λαίμαργα, κοίταξα να σε στείλω στον Εαυτό μου ένα γράμμα….

«Αγαπημένε μου Εαυτέ, τούτα τα λόγια τα στερνά να ξέρεις ότι θα γραφτούν μονάχα από τη μοναδική μου μνήμη που μου έχει απομείνει. Από δαύτην που είχα παιδί. Γιατί μεγαλώνοντας την απώλεσα. Εαυτέ μου, οι μοναδικές στιγμές που ένιωσα ευτυχισμένος ήταν σαν ήμουν παιδί. Τότε που δε με βάραινε κανένα παρελθόν και δεν με ανησυχούσε κανένα μέλλον. Οι αλήθειες μου τότε κολλούσαν στη Μνήμη μου σαν τα πολύτιμα νομίσματα, με τα οποία μπορούσα να αγοράσω τα πιο σημαντικά για εμένα στη ζωή μου. Τότε που δεν είχα τίποτα χειρότερο να φοβηθώ και ήμουν ελεύθερος να ονειρευτώ. Εαυτέ μου, μην την πατήσεις όπως εγώ, γιατί στην προσπάθεια να εξαντλήσω τις απαντήσεις των επιθυμιών μου, στο τέλος εξαντλούμουν εγώ. Μην αφήσεις σε παρακαλώ ποτέ τις Μνήμες σου να πακεταριστούν σε προϊόντα σούπερ μάρκετ που μετά πηγαίνεις και τα αγοράζεις με οποιοδήποτε κόστος. Να μην ζεις ως Ιστορικό σύμπτωμα, μα να είσαι η Ιστορία η

 

ίδια. Και με αυτήν να πορευτείς. Και που σαι …μην λησμονάς πως η αγάπη μέσα σου είναι η μόνη άφθαρτη πυξίδα. Έτσι δεν θα χαθείς όπως εγώ. Έτσι δεν θα αφήνεις τη λήθη να δημιουργήσει τα δικά της ομοιώματα. Εαυτέ μου, μην χαρτογραφείς εύκολα τις δυστυχίες σου με το πόσες καταναλωτικές επιθυμίες εκπλήρωσες ή με πόσες δυστυχίες άλλων χάρηκες. Μήτε να στερήσεις από τον εαυτό σου το δικαίωμα και την δυνατότητα να αποτύχεις. Στοχάσου να μην γεμίζεις τον κόσμο σου στα σκοτάδια σου, γιατί εσύ γεννήθηκες στο Φως. Ούτε να συμβιβάζεις αυτό που νιώθεις και επιθυμείς με αυτό που σε υποχρέωσαν να παρουσιάσεις. Και στις ενήλικες σοβαρότητές σου, χαστούκισε τις υποκρισίες τους. Το ξέρω σε κούρασα. Μα που αλλού να τα πω; Αφού δεν θα είμαι εκεί. Δεν θα είμαι εκεί για να ανασυγκροτήσω την μνήμη που δεν υπήρξε. Για αυτό για λίγο, συμπάθα με. Το ξέρω έχεις τα δίκια σου, σαν δεν θέλεις. Λυπήσου με, έστω. Γιατί στη ζωή μου δυστυχώς μπουκώθηκα με αλλαγές χωρίς το γίγνεσθαι της ψυχής μου να είναι παρόν. Ζούσα σε ήρεμους πανικούς, καθηλωμένος στην αιωνιότητα των περιορισμών μου. Τώρα, τώρα δα, ξέροντας το τέλος μου, συνειδητοποιώ ότι ο θάνατος Εαυτέ μου, είναι η ελπίδα ότι η ζωή συνεχίζεται για όλους εσάς, με έναν καρδιακό όμως τώρα τρόπο. Ειδάλλως η ζωή θα γίνει η προεξόφληση ενός δανείου που χρωστάμε, ενώ δεν θα το έχουμε ποτέ εισπράξει. Σε κούρασα, σου ζητώ συγγνώμη. Μια τελευταία χάρη σου ζητώ. Κάτω από το κρεβάτι μου έχω μια σχολική τσάντα. Την πρώτη μου τσάντα. Εκεί ανάμεσα στα ονείρατα, τις λαχτάρες και τα γέλια μου, στο κάτω μέρος θα βρεις ένα μικρό, άσπρο, πλαστικό κουταλάκι. Με αυτό αναγκάστηκα να μεγαλώσω. Με έμαθαν να τρώω τα κόλλυβα από τις Μνήμες άλλων ζωών. Σπάστο το γαμημένο σε παρακαλώ και κοίταξε εσύ από εδώ και πέρα να μη φοβάσαι

αυτό που δεν ζεις , αλλά αυτό που αναγκάστηκες να κρύψεις. Στην Μνήμη λοιπόν για όσα συνέβησαν μια φορά και δεν έπαψαν ποτέ να συμβαίνουν. Στην Μνήμη εκείνου του παιδιού.

 Με αγάπη η σκοτεινή πλευρά του Εαυτού σου».

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Να χρησιμοποιείς τα λόγια σου με φροντίδα...


 

Να χρησιμοποιείς τα λόγια σου με φροντίδα, γιατί κάθε σου λέξη που έχεις πει, ακόμα κατοικεί μέσα στους ανθρώπους που την είπες. Όπως άλλωστε συμβαίνει και με εσένα. Θυμάσαι ως παιδί, λόγια, λέξεις που αισθάνεσαι ακόμα και σήμερα; Οι λέξεις αυτές δεν εξαφανίζονται επειδή ο ήχος τους έχει φύγει. Έχουν τοποθετηθεί μέσα σου, μέσα στην καρδιά σου. Και ξαναγίνονται ήχος, φωνή όταν θα τις χρειαστείς, ακόμα και σε μια δύσκολη στιγμή. Οι λέξεις δεν είναι απλά μια μορφή επικοινωνίας μονάχα. Είναι κατασκευαστές, εργολάβοι, που χτίζουν μέσα σου ολόκληρους κόσμους, ολόκληρα σύμπαντα που έχουν επηρεάσει αρνητικά ή θετικά την αυτοπεποίθησή σου, την αντίληψή σου, ακόμα και την εμφάνισή σου, τον τρόπο που αποκαλύπτεσαι και παρουσιάζεσαι.

Στην αρχή μοιάζει όλο αυτό κάτι σαν τοίχος που σου ανοίγει όμως το παράθυρο από μέσα σου για τον έξω σου κόσμο. Το μυαλό σου, πόσο μάλλον η ψυχή σου, ακούει πάντα αυτά που λέγονται, όχι μόνο αυτά που λέγονται στους άλλους, αλλά και αυτά που λες εσύ στον ίδιο σου τον εαυτό. Λέξεις ήσυχες, λέξεις επαναλαμβανόμενες, λέξεις ήρεμες, λέξεις θυμωμένες, λέξεις. Λέξεις που κανείς άλλος δεν ακούει παρά μονάχα εσύ.

Λέξεις, φράσεις ομολογητικές και αδύναμες, όπως … ¨δεν είμαι αρκετός¨, ¨δεν μπορώ να το κάνω¨, ¨τίποτα καλό δεν μου συμβαίνει¨. Πρόσεχε λοιπόν μην αρχίζεις και χτίζεις τη ζωή σου γύρω από αυτές, γιατί μιλώντας αρνητικά για εσένα τον ίδιον, θα αισθάνεσαι ψυχοπλακωτικά, θα αισθάνεσαι βαρύς. Θα φοβάσαι, θα νιώθεις ότι πνίγεσαι. Θα αμφιβάλλεις και θα δειλιάζεις για κάθε σου βήμα, Για αυτό να μιλάς με πίστη στις λέξεις σου, στα λόγια σου και θα δεις σιγά-σιγά ότι θα αρχίζεις να ανθίζεις. Μίλα με κουράγιο και τότε θα αντιληφθείς ότι κάτι αρχίζει να αλλάζει μέσα σου. Μίλα με υπομονή και θα δεις ότι θα ξαναβρείς τις αναπνοές σου. Θα αναπνέεις ξανά.

Μίλα με ευγένεια και θα αρχίζεις να θεραπεύεσαι μέσα σου, γιατί τότε πλέον οι λέξεις σου δεν θα ηχούν μόνο, αλλά θα δημιουργούν… καθώς έχουν μέσα τη δύναμη που τις δίνεις. Χρησιμοποίησέ τες με αγάπη και φροντίδα. Μην ξοδεύεις τη ζωή σου  σε αγγαρείες που δεν τελειώνουν. Τα ίδια προβλήματα θα βγουν ξανά σιγά-σιγά, απλά με άλλο σχήμα. Για αυτό αποδέξου ότι δεν μπορείς να χτίσεις κάτι που θα κρατήσει για πάντα, αλλά να μπορείς να δημιουργήσεις κάτι που θα αντέχει.

Άνθρωπε μην ζεις με την υποχρέωση της ανάγκης. Ανάγκη να αποδείξεις, ανάγκη να διαφέρεις, ανάγκη να εξηγήσεις, ανάγκη να αντισταθείς. Άνθρωπε τούτο να θυμάσαι… να προσεύχεσαι σε μια υπέροχη σιωπή που θα σε κάνει να πας παρακάτω στον ορίζοντά σου. Και τα ρήματα της καρδιάς σου να φροντίζεις μόνο  στον Ενεστώτα να ανθίζουν, γιατί έτσι θα σε κάνουν να ζεις σε έναν Διαρκή Μέλλοντα, καθώς ότι αγαπάς βαθιά και ανένταχτα δεν έχει χρόνο. Και σαν νιώσεις σαν ποτάμι καθάριο, τούτο να συλλογιέσαι… μην τροποποιείς, διορθώσεις την πορεία σου για να ικανοποιήσεις τις όχθες σου… απλά ρέε… γιατί το νερό που είσαι έχει μνήμη, την μνήμη της ψυχής σου…

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Μην με αγαπάς για μια ζωή…..


 

 

Τρώω το λωτό για να ξεχάσω

πως σε λίγο θα σε χάσω

οι καρδιές το μόνο ενθύμιο

στου χρόνου τον δήμιο.

 

Πόσες φορές φωτίζεται το ναι

σε μιας αγάπης ρεφενέ;

Πόσα όνειρα χρειάζεται το όχι

στο δικό σου πρωτοβρόχι;

 

Μη με αγαπάς για μια ζωή

που οι λέξεις την προδίδουν

άσε μονάχα στη στιγμή

τις καρδιές να ελπίζουν.

 

Μέσα στη ψυχή μου

κρατώ την αντοχή μου

τι να σου πάρω

τι να σου δώσω

από εσένα ξεκινώ

μα που θα τελειώσω;


Μια ζωή βρίσκω μοναξιά

γεννιέμαι όπως το κύμα από κύμα

αγάπα με σαν στερνή μεταλαβιά

και όχι σαν μεθυσμένο βήμα.

Συναισθήματα ρετρό....


 

Μνήμες με χτυπούν

τον χρόνο αναζητούν

σε κολάζ από σκόρπιες λέξεις

το νόημά τους να μαντέψεις.

Σκλάβος στα όνειρα, μα ελεύθερός στα βήματα

μη διαβάσω άλλα ποιήματα,

γιατί ο φόβος, η μνήμη και η νύχτα

θα μου αρνηθούν την καληνύχτα.

Ψυχή με συναισθήματα ρετρό

μπες στου χρόνου το μετρό

πέρνα και πάρε τις στιγμές μου

μαζί με τις ρωγμές μου.

Γεμίζω ορθογραφίες τον εαυτό μου

με το άλλο μισό εγώ μου

σαν ζωή επί πιστώσει

που προσπαθεί να τη γλυτώσει.

Παίζω τις ήττες σε μια ζαριά

της ζωής μου οι αφορμές

να τις χάσω για λίγο ξανά

νοιώθοντας ότι με θες.

Γιατί στο φινάλε, το μεγαλύτερο ταξίδι είναι να γυρίσεις πίσω σε εσένα...

Υπάρχουν αναμνήσεις, σαν μεγαλώνουμε, που δεν τολμάς να τις σχολιάσεις, να ακουμπήσεις πάνω τους τις σκέψεις σου… Γιατί; Σε γερνούν, σε μεγαλώνουν ή σε κάνουν ανήμπορο;

 Υπάρχουν φορές, σαν μεγαλώνουμε, που προσεύχεσαι όχι γιατί γνωρίζεις τις απαντήσεις σου, αλλά γιατί θέλεις να απαγκιάσεις κάπου τις ερωτήσεις σου και τις σιωπές τους.

Υπάρχουν φορές, σαν μεγαλώνουμε, που συνειδητοποιείς πως η ουσία της ζωής λαμβάνει σάρκα και οστά όταν σταματά ή αποτυγχάνει ο υπολογισμός της.

Υπάρχουν φορές, που κάποτε αναχωρούσαμε για κάτι που υποτίθεται θα άλλαζε, θα «έσωζε» τις ζωές μας, μα που στο τέλος το χάσαμε και προσπαθούμε να επιστρέψουμε με λυσσασμένη λαχτάρα πάλι στην αφετηρία μας.

Υπάρχουν φορές που  αυτές οι ήσυχες νίκες μας, που σπάνια γιορτάζουμε, μοιάζουν με την ίδια μας την επιβίωση απέναντι στις ηχηρές ήττες μας.

Υπάρχουν στις ζωές μας βλέμματα, που δε σε «διαβάζουν» με ιδιοτέλεια, απλά σε βρίσκουν… βρίσκουν το φως και τη σκιά σου.

Μα πάντα ο χρόνος σιγοτραγουδά στο τέλος τον αιώνιο σκοπό του, τη μνήμη του. Τη μνήμη σαν μια μορφή προσευχής, έτοιμη να σου φανερώσει την ψυχική σου αυθεντικότητα. Γιατί στο φινάλε, το μεγαλύτερο ταξίδι είναι να γυρίσεις πίσω σε εσένα. Σε μια ψάθα για να ξεκουράσεις τις αντοχές σου και σε μια τσάντα για να κουβαλήσεις τις πληγές σου… τις πηγές σου δηλαδή. Προσδοκώντας ένα κύμα να σε πάρει και να σε αφήσει πάλι σε εσένα, αλλά αυτή τη φορά ….αναγεννημένο… να σε αφήσει ως το παιδί που ήσουν κάποτε. Γιατί σε αυτήν την άχραντη διάρκεια που θα δωρίσει η θάλασσα στη μνήμη σου, θα συναντήσεις το φως και την ευγνωμοσύνη στο διάβα της ζωής σου.


Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Έχεις καθρεπτιστεί ποτέ στα μπάζα σου;


 

Όταν θέλω να έρθω αντιμέτωπος με τον εαυτό μου, όταν θέλω να λογαριαστώ με εμένα… πάντα προσφεύγω σε μια λευκή κόλλα χαρτί και αναμετριέμαι με τις σκέψεις και τις λέξεις μου για να αποκαλυφθούν. Μάλιστα υπάρχουν φορές όπως τούτη εδώ, που σκέψεις και λέξεις προϋπάρχουν σαν ένα αόρατο μελάνι σε αυτή τη λευκότητα του χαρτιού και απλά περιμένουν να τις «αγγίξω» με το αίμα, με το αίμα της καρδιάς μου για να αποτυπωθούν και να διαβαστούν.

Επιθυμώ και ονειρεύομαι να μας «ξυπνήσω» από τα μέσα μας προς τα έξω μας… διαρκώς και διακαώς. Εγωιστικό; Ίσως. Από αγάπη; Σίγουρα. Αντιλαμβάνομαι βέβαια ότι ζούμε σε εποχές που νιώθουμε εγκλωβισμένοι και που ακόμα και τα βλέμματά μας δεν «σημαίνουν»… Ζούμε σε εποχές που μπορεί να καταργούνται κάποιοι φραγμοί, μα συνάμα φράζει και η επικοινωνία ανάμεσά μας, γιατί τα αισθήματά μας παρέμειναν ανείπωτα. Ζούμε σε εποχές όπου διαβάζουμε τον κόσμο γρήγορα και έχουμε εθιστεί στην ιδέα ότι ο κόσμος αλλάζει γρήγορα. Μα δεν είναι καθόλου έτσι. Ζούμε σε εποχές όπου οι νέες τεχνολογίες επιτρέπουν στους ανθρώπους να βιάζουν τον χρόνο τους, αλλά οι ίδιες μας υποχρεώνουν τελικά να τρέχουμε όλο και πιο γρήγορα. Κάποτε κυλούσαμε μέσα στον χρόνο σχεδόν αβίαστα… Τώρα; Βιαζόμαστε, βιάζοντας τον εαυτό μας.

Επιβιώνουμε σε εποχές που συσσωρεύουμε πληροφορίες χωρίς καν να τις διαλέγουμε. Πλέον αυτές μας διαλέγουν, μας πολιορκούν και μας κυριεύουν. Επιβιώνουμε σε εποχές που συνήθως οι απαντήσεις μας διαψεύδονται από το κύμα εκείνων των ερωτήσεων που από φόβο δεν είπαμε ποτέ στον εαυτό μας. Μετατρέπουμε τις ζωές μας σε χαμένα ραντεβού καθώς φοβόμαστε να αποκτήσουμε τις αναγκαίες εμπειρίες.

Και εγώ; Σκουντώ την αγία ερημιά της μνήμης μου μπας και καρποφορήσει κανένα θαύμα ανάμεσα στην ξέρα και στις πέτρες που την έχω μπουκώσει. Και εγώ; Αναζητώ εναγωνίως την ευθεία του ορίζοντά μου, μπας και δω τη γωνία που δημιουργεί η κάθετη ζωή μου. Γιατί όταν η ζωή σου δεν θα έχει άλλους δρόμους ταξιδιού ή διαφυγής, κοίτα να σκαρφαλώνεις από τον φωταγωγό της ψυχής σου για να λυτρωθείς. Κάπως έτσι λυτρώθηκα σήμερα από τις αυθόρμητες ερωτήσεις του μικρού μου γιου, στον περίπατο που κάναμε. Είναι εκείνη η ηλικία όπου η περιέργεια είναι η εισπνοή της ανάσας του και οι ερωτήσεις είναι η εκπνοή. Έτσι λοιπόν περνώντας μπροστά από έναν κάδο με οικοδομικά μπάζα που μέσα του είχε πεταχτεί και ένας καθρέπτης , με ρωτά…

-«Μπαμπά πως λέγονται αυτά;».

-«Μπάζα, αγόρι μου».

-«Μάζα;».

-«Όχι, όχι μάζα… μπάζα».

-«Και γιατί έχει καθρέπτη μέσα… για να περνάμε και να κοιτιόμαστε;»

Πήρα και σήμερα το ηθικό μου δίδαγμα, σκέφτηκα αμήχανα μέσα μου, του χαμογέλασα και του απάντησα…

-«Ναι βρε μπαγάσα για να περνάμε και να κοιτιόμαστε».

Και τώρα εγώ εδώ  σε αυτή τη λευκή κόλλα χαρτί να αναμετριέμαι με την ερώτηση… «έχεις καθρεπτιστεί Άγγελε ποτέ με τα μπάζα σου;».  Θυμίζοντας στον εαυτό μου το διάλογο που είχα με το γιο μου, που στην αρχή τα «μπάζα» τα άκουσε για «μάζα». Δεν είχε και άδικο εδώ που τα λέμε. Στις ιστορικές συνθήκες που ζούμε η μια λέξη γεννιέται από την άλλη και τούμπαλιν… σαν μια φυσική κατάληξη. Η μάζα των ανθρώπων δυστυχώς και νομοτελειακά χάνεται στα μπάζα της… όπως και εγώ ανάμεσά τους. Λες και αυτό το Π , να γίνηκε ο αριθμός Π που μαθαίναμε σχολείο στα μαθηματικά και τώρα ως άλλη σταθερά, θεμελιώδης, άρρητα και υπερβατικά να μην τελειώνει ποτέ… να μην τελειώνει  ποτέ έτσι όπως ζούμε πλέον τις ζωές μας μέσα σε εγωιστικούς μικρόκοσμους, φόβους και μισαλλοδοξίες.

Τι μας απομένει; Μας απομένει άνθρωπε να καθρεπτιστούμε στα μπάζα του ο καθένας μας. Να δούμε ποιοι είμαστε, πως είμαστε, τι πετάξαμε, τι γκρεμίσαμε… με τι απομείναμε. Να καθρεπτιστούμε με τους πόνους μας και τις πληγές του εαυτού μας. Γιατί το να σε αποδεχτεί ο όχλος, η μάζα… δεν χρειάζεται απολύτως τίποτα, για να σε αποδεχτεί όμως ο εαυτός σου χρειάζεσαι τα πάντα. Άνθρωπε μου, στοχάσου πως ευτυχία είναι να ζεις στις καρδιές των ανθρώπων και όχι στα πορτοφόλια τους.  Άνθρωπε θυμήσου πως οι μικρές, καθημερινές σου ήττες είναι τα ρέστα σου για τις επόμενες νίκες σου, τις αυριανές. Άνθρωπε να συλλογιέσαι να μην φοβάσαι τη δέσμευσή σου σε αυτό που σε φέρνει πιο κοντά στην αλήθεια σου, ειδάλλως θα φυτοζωείς ανάμεσα σε ποιους θέλεις να μοιάσεις και από ποιους να διαφέρεις. Άνθρωπε να μνημονεύεις ότι είσαι όχι ότι κατέχεις , αλλά αυτό που δίνεις, καθώς το αδύνατο για να ορίσεις μπορείς μονάχα όταν αγαπήσεις. Και αυτό είναι το πιο απελευθερωτικό δόσιμο.

Όσο για εμένα… είθε οι γενναίες μου «πτώσεις» να είναι τα ελεύθερα χρόνια μου από εδώ και πέρα. Όσο για εμένα… είθε να αναζητήσω τα χαμένα μου λόγια στον καιρό της ευθύνης. Στον καιρό του τώρα. Και να μην ξεχνώ ποτέ ότι όταν έχω παραπάνω από όσα χρειάζομαι, δεν θα βρίσκω ποτέ αυτά που χρειάζομαι ουσιαστικά στη ζωή μου, μα πάνω από όλα που και που να καθρεπτίζομαι στα μπάζα μου, καθώς μέσα από το δίδαγμα του μέλλοντός μου είναι το παρελθόν μου… η μνήμη μου δηλαδή. Τα συστατικά μου… από τι ήμουν φτιαγμένος. Για αυτό λοιπόν πριν βιαστείς να «ανακαινίσεις» τη ζωή σου και να «εγκαταλείψεις» τα μπάζα σου… δες ποιο κομμάτι του εαυτού σου αποχαιρετάς, «πετάς» και με ποιον τρόπο. Και βέβαια καθρεπτίσου μέσα σε αυτά, είναι μια ευλογημένη ευκαιρία… δεν είναι πεθαμένα μέρη της ζωής σου, πεταμένες σου πτυχές , αλλά μια εν ζωή ευκαιρία συγγνώμης μιας συγχώρεσης που τελεσίδικα θα γεννήσει το θαύμα που ο θάνατος μισεί….την αγάπη.

Σε ευχαριστώ γιε μου…

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Λαβωμένο ψυχάρι...


Τούτο το απόγευμα είχα μια απροσδόκητη επίσκεψη στο μπαλκόνι του σπιτιού μας...ένα "λαβωμένο ψυχάρι"...σαν επισκέπτης μιας σιωπής που "πνίγεται" από τη σιωπή του...σαν απολογισμός της ζωής όχι μόνο στις υποχρεώσεις μα και στα δικαιώματα, σαν δύναμη που βρίσκεται όχι μόνο στην αντοχή αλλά και στην προσδοκία, σαν μια άτακτη, ατακτοποίητη πληγωμένη ελευθερία....σαν τις ψυχές μας που ζητάνε αυθεντικότητα από τους ανθρώπους και όχι την τελειότητά τους, σαν τις ψυχές μας που οι φόβοι τους κρύβονται ανάμεσα στα κενά των λέξεων που δεν έχουν ειπωθεί ακόμα, σαν τις ψυχές που κλαδεύουν τις γραφές τους για να ανθίσουν ξανά, σαν τις ψυχές που οι αλήθειες τους τελειώνουν με τις αρπαγές των ψεμάτων τους, σαν τις ψυχές που τα ίχνη τους που προσπαθούν να τα βρουν έξω τους είναι ήδη μέσα τους......

Τούτο το απόγευμα είχα μια απροσδόκητη επίσκεψη....την λαβωμένη μου ψυχή που με έκανε να αναρωτηθώ όχι πόσο είναι ο χρόνος για να σωθώ, αλλά ποιος είναι εκείνος ο χρόνος που θα με σώσει....και τότε κοίταξα μέσα μου....σε ευχαριστώ Θεέ μου ...


Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Η καρέκλα που ήθελε να γίνει κλαδί….


 

Μια φορά και κανέναν καιρό, δηλαδή στις μέρες μας, ζούσε μια ταλαιπωρημένη, γκρι, ξύλινη καρέκλα. Ταλαιπωρημένη, όχι από το διάβα του χρόνου πάνω της. Μα από τα χτυπήματα και τα πετάγματα στο σώμα της από τα νεύρα των ανθρώπων. Γκρι, όχι γιατί ήταν το αρχικό της χρώμα, αλλά γιατί τα συναισθήματα αυτών που την χρησιμοποιούσαν ήταν άχρωμα, άτονα, σχεδόν καταθλιπτικά… σαν το γκρι αυτό να άνηκε νομοτελειακά στις γκρίζες ζώνες των ζωών μας.

Μια φορά και κανέναν καιρό, δηλαδή στις μέρες μας ζούσε μια σπασμένη, κουρασμένη, ξύλινη καρέκλα. Σπασμένη, όχι από την πολυχρηστικότητά της, αλλά από τη βία αυτών που την χρησιμοποιούσαν. Κουρασμένη, όχι από το ρόλο του προορισμού της, δηλαδή να κάθονται και να ξεκουράζονται οι ταξιδευτές της ζωής, αλλά γιατί σήκωνε και υπέμενε καρτερικά και αδιαμαρτύρητα όλα τα τοξικά βάρη από τις ζωές μας.

Μια φορά και κανέναν καιρό, δηλαδή στις μέρες μας, ζούσε μια ξύλινη καρέκλα που καθώς «ξεψυχούσε» η χρήση της, πετάχτηκε στα σκουπίδια. Και κάπου εκεί γεννήθηκε η ελευθερία της. Ήταν σούρουπο, μιας πανομοιότυπης, καθημερινής μέρας, όπου το χέρι ενός ρακοσυλλέκτη, της έδωσε ξανά τη ζωή της πίσω. Της έδωσε την προσδοκία που ποθούσε. Να είναι χρήσιμη. Ο ρακοσυλλέκτης την σήκωσε από τα υπόλοιπα σκουπίδια, την καθάρισε και την πήγε και την κρέμασε σαν ένα «ιδιαίτερο κλαδί» στην προεξοχή ενός δέντρου, για να απαγκιάζουν εκεί άλλες ζωές, που θα κοντοστέκονταν επάνω της, να ξεκουράζονται και ίσως να βρίσκουν ένα προσωρινό καταφύγιο. Το «αγκωνάρι» αυτό ζωής γίνηκε το στήριγμα για τα πουλιά του κήπου. Του κήπου που όλοι μας έχουμε μέσα μας, μα που ίσως να είναι παραμελημένος, γεμάτος ξερόχορτα και αγκάθια… Ενώ τούτος εδώ ο κήπος έμοιαζε σαν μια κουπαστή χαμόγελου μικρού παιδιού, έτοιμο για τα πιο φωτεινά ταξίδια. Πουλιά μικρά και μεγάλα, πεταλούδες και μικρά έντομα ανέβαιναν εκεί λες και ήταν η σκηνή της ζωής τους, που χάριζαν με την παρουσία τους μια χαρά ζωηφόρου μπόρεσης… ότι τίποτα δεν χάνεται, όταν τελικά όλα βρίσκουν τη θέση τους στη Φύση. Όπως τούτο το ιδιαίτερο, ιδιότυπο κλαδί. Ή μάλλον ακριβέστερα, μια καρέκλα που ήθελε να γίνει κλαδί. Για να εκπληρώσει τον κύκλο του προορισμού της. Να ξαναγίνει Φύση.

Άνθρωπε εσένα ποιος είναι ο δικός σου προορισμός; Μήπως είσαι ένας φαύλος «άκλειστος» κύκλος που δεν έχει βρει τον προσανατολισμό του; Τον ορίζοντά του; Άνθρωπε γίνε αγάπη… σαν εκείνο το απαραίτητο «όχι» απέναντι σε φόβους, κακίες και εγωισμούς, που προσφέρει απροϋπόθετα  τον εαυτό του, όπως αυτή η καρέκλα που έγινε κλαδί. Άνθρωπε ποιες είναι οι ερωτήσεις στη ζωή σου που αντέχεις να ζήσεις; Ξέρεις από αυτές που σε ξεβολεύουν… Ποιες πληγές σου γίνονται πρόσφορο και κόλλυβα στα ψυχοσάββατα των απουσιών σου; Άνθρωπε η σκληρότητά σου πηγάζει από τις αδυναμίες σου, οπότε στέρξε να τις δεις και να τις αντιμετωπίσεις. Άνθρωπε άσε τα όνειρά σου να επιζήσουν με γνώση και συγγνώμη. Και όσο διαρκούν τα αληθινά σου, τότε και μόνον τότε θα είσαι μέσα στη ζωή σου όχι ζητιάνος , αλλά παιδί.

Τούτη η καρέκλα που γίνηκε κλαδί, μας δείχνει πως πολλές φορές στις ζωές μας, οι απαντήσεις που περιμένουμε και δεν ήρθανε στα προβλήματά μας, είναι το θάρρος που δεν δείξαμε. Τούτη η καρέκλα που γίνηκε κλαδί, μας δείχνει ποια είναι η θέση μας στη ζωή. Εσύ που είσαι; Στο παρασκήνιό σου ή στο προσκήνιό σου; Τούτη η καρέκλα που γίνηκε κλαδί, μας τονίζει πως μεγαλώνουμε εκπαιδευόμενοι να μην περιμένουμε πολλά άξια στη ζωή μας, να μην πρέπει να περιμένουμε πολλά… να μην περιμένουμε αυτά που η ψυχή μας μέσα της πρεσβεύει.. Όχι γιατί δεν το αξίζουμε, αλλά επειδή μας μάθανε να μην τα ζητάμε όπως οφείλουμε, να μην τα περιμένουμε….

Εμένα όμως συνάνθρωπε να με περιμένεις… όπως μια καρέκλα που γίνηκε κλαδί, για να ξαποσταίνεις τα τιτιβίσματα των πόνων σου, τα φτερουγίσματα των ονείρων σου, την κούραση των δυσκολιών σου. Όπως ακριβώς τούτη η καρέκλα που ξανάγινε ο προορισμός της …ξανάγινε Φύση. Ειδάλλως πόσο θα πεθάνεις εάν δεν ζεις;

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Σε ποιο "αντί" γεννήθηκες;


 

Αντι-κρίζω τα χρωστούμενά μου στον χρόνο και ομολογώ πως μερικές φορές το να είμαι ο εαυτός μου είναι ο μεγαλύτερος μου φόβος.

Αντι-κρίζω τα χρωστούμενά μου στον χρόνο και παραδέχομαι πως η αλήθεια δεν κρύβεται τελικά, απλά κάποιες φορές δεν την βλέπω από τις συμβάσεις , τις δειλίες και τα δόγματά μου.

Αντι-κρίζω τα χρωστούμενά μου στον χρόνο που προσπαθούσα να κερδίσω με πυροτεχνήματα τον σκοτεινό «ουρανό» που μας σκεπάζει όλους τούτα τα χρόνια και που είχα μάθει να ζω βάσει αντιλήψεων τρίτων, γιατί φοβόμουν μην και δεν γίνω αποδεκτός.

Αντι-κρίζω τα χρωστούμενά μου στον χρόνο και κατανοώ σε τούτες τις εποχές που ζούμε , πως η καρδιά είναι αυτή που επινοεί το κουράγιο μου, όχι η λογική μου.

Αντι-παλεύω να μην αφήσω τις μνήμες μου να πακεταριστούν σαν σε προϊόντα σε  supermarket, που οποιοσδήποτε μπορεί να τις «αγοράσει» και να τις καταχραστεί κατά το δοκούν του.

Αντι-παλεύω για να μπορώ να δω τι «παίζει», γιατί τελικά τα ζάρια που ρίχνουν οι άλλοι είναι οι ίδιες μας οι ζωές.

Αντι-παλεύω να μην γίνω πλέον ενθύμιο ακυρωμένων δυνατοτήτων της συναισθηματικής μου ζωής.

Αντι-παλεύω στις μέρες μας τουλάχιστον τα πράγματα που φτιάχνουμε για να τα «κατέχουμε», να μην μας «κατέχουν» αυτά τώρα.

Αντι-δρώ στα σκουπίδια της γνώσης που μπορούν να μας οδηγήσουν στη γνώση των σκουπιδιών.

Αντι-δρώ στο να δημιουργούνται ανούσιοι νόμοι για να καλύψουν την αισχρότητα και την ανηθικότητα.

Αντι-δρώ σαν τα  περιττά  γίνονται αναγκαία και τα ουσιώδη μοιάζουν με είδη πολυτελείας.

Αντι-δρώ γιατί έχουμε αφεθεί σε μια γλώσσα αλλοιωμένη που έχει ως αποτέλεσμα να μένει ο καθένας μας μόνος του.

Πολλά «αντί» μαζεύτηκαν άνθρωπε. Και εγώ χαμένος μέσα σε αυτά, ως αντι-βίωση…αντι-βιώνω… Τουλάχιστον ως ύστατη ψυχική ανάσα αυτό που μου απομένει είναι η ελπίδα ότι οι πόνοι μου, οι πόνοι μας, οι πόνοι σας από εδώ και πέρα να αποκτούν νόημα και ουσία μπας και γίνουμε οι ίδιοι οι ορίζοντες μας, πριν μας επιβληθούν άλλοι. Ειδάλλως το «αντί» του καθενός μας, μέσα του, θα γίνει ένα επικίνδυνο «γ-άντι» που θα  μας πετάνε στις παράλογες, βίαιες, ανήθικες προκλήσεις τους. Άνθρωπε σε ποιο «αντί» γεννήθηκες ….να ρωτάς με ειλικρίνεια τον εαυτό σου μήπως και γίνουμε ο καθένας μας ένα λυτρωτικό «αντί-δωρο» για τον διπλανό του.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Σκέψου το μοναδικό πράγμα που δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτό...αυτό είσαι.


 

Πάνε καιροί τώρα που είμαστε πλέον οι προεκτάσεις των σκιών μας.

Πάνε χρόνια τώρα που είμαστε μια εξίσωση που ο ένας συμπληρώνει τους δαίμονες του άλλου.

Πάνε μνήμες τώρα που είμαστε μια αποκομμένη εκδοχή του εαυτού μας.

Κανείς μας δεν είναι ακριβώς όπως φαίνεται...έτσι δεν είναι;

Πάντα όμως θα προκύπτει κάτι. Θέλω ακόμα να σε αγγίξω. Θέλω ακόμα να σε φιλήσω.

Έστω και από τις σκιές που απέμειναν κάτω από έναν φανοστάτη

με την ικεσία μιας προσδοκίας να ανάψει...

Για να φωτίσει τους ίσκιους μας, τα μέσα μας, τους φόβους μας...

Σκέψου το μοναδικό "πράγμα" που δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτό...αυτό είσαι.

Και εγώ δεν μπορώ χωρίς εσένα, παλεύοντας να είμαι έστω και μια φορά έντιμος με τις αναμνήσεις μου.

Βρίσκουμε παρηγοριά στις εμμονές μας, βρίσκουμε αδιέξοδα σε δρόμους που δεν υπάρχουν...

Και τώρα συναντιόμαστε στις σκιές μας. Να ξέρεις όμως στις γωνιές των ονείρων μας υπάρχει ζωή...

Ακριβώς εκεί που δεν μπορείς να σκουπίσεις τον χρόνο των φόβων που ανήκεις...

Κοίτα να ψάξεις να βρεις τη θέση σου σε αυτόν τον κόσμο και μην παραχωρείς το δικαίωμά σου αυτό... Είναι χρέος σου...

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Αν το «ξαφνικά» είχε διάρκεια, ποια θα ήταν αυτή;


 

Μέρες επιβεβλημένες με χαρά, με γιορτινή διάθεση, με αμνήμονες καιρούς. Μέρες που τελειώνουν στον Χρόνο σου…2025. Ο κόσμος αλλάζει, χωρίς να μας ενδιαφέρει για ποιον λόγο αλλάζει και για ποιον αλλάζει.  Μέρες που μυρίζουμε την αφύγρανση της δημοκρατίας μας. Και εμείς συνεχίζουμε να ζούμε με πείρα, κουράγιο και χώμα. Αυτός είναι ο πόνος του σημερινού ανθρώπου. Βουτηγμένος σε άφθαρτες και άφταστες ανεπάρκειες. Όσο για τα κουράγια μας… πλέον ούτε αυτά κάνουν θόρυβο, έχουν ως σιγαστήρα τη σιωπή τους. Μέρες στις οποίες καταντήσαμε να περιφερόμαστε σαν φαντάσματα σε εμπορικά κέντρα… γιατί εγκαταλείψαμε τις ψυχές μας. Μια βαβέλ από μοναξιές ….αυτό είμαστε. Μέρες που ζούμε με πεπερασμένες εκκρεμότητες, με πεπερασμένες ικανότητες και δυνατότητες… ας φροντίσουμε τουλάχιστον να μην αναπνέουμε και με πεπερασμένες πνοές. Ακόμα ένας χρόνος ημερολογιακά κοντοφτάνει στο γέρμα του και αναρωτιέμαι εάν σε αυτόν τον χρόνο που διάβηκε, μπόρεσε ο καθένας μας να απαντήσει σε αυτό που μας ρωτήσαμε στις ζόρικες στιγμές μας.

Μέρες που οι ψίθυροι των παιδιών φωνάζουν τα ανήμπορα όνειρά μας … για να παίξουν μπας και γίνουν ικανά. Και τούτοι οι ψίθυροί τους ξάφνου προστρέχουν να βοηθήσουν την πίστη μου, την πίστη μου για τον άνθρωπο. Την πίστη μου που κλονίζεται, ψυχορραγεί, αμφιταλαντεύεται… κρυώνει. Και το μόνο που πλέον της έχει απομείνει να κάνει είναι να σταθεί, να παραμείνει με την περιέργεια ενός μικρού παιδιού… για το από εδώ και πέρα, μήπως και αντικρίσει το θαύμα της. Μέρες που αναγκάζεσαι σώνει και ντε να γίνεις για κάποιον «καλύτερος», για τα μάτια του κόσμου, να γίνεις «καλύτερος» από όσο αντέχεις τελικά.

Μέρες που υπάρχουν φορές σαν αυτές, να νιώθεις εξωτερικά τη ζωή σου να συνεχίζει κανονικά, αλλά μέσα σου τίποτα, μα τίποτα δεν πάει μπρος, δεν προχωρά. Μέρες που ζούμε με τις άχρονες παρουσίες μας που μας συνθλίβουν. Μα άνθρωπε να θυμάσαι πως η ζωή σου δεν ανήκει στον χρόνο… ανήκει στη σχέση, στη σχέση με τα μέσα σου, με το παιδί που έχεις μέσα σου, με τους ανθρώπους δίπλα σου. Άνθρωπε ο χρόνος δεν είναι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή σου. Δεν είναι η βάση σου και εσύ ο αριθμητής του. Ούτε καν ο βατήρας σου στις χρονολογίες σου. Είναι απλά το πλαίσιο ενός κάδρου όπου το μεγάλο στοίχημα είναι τι θα αποτυπώσεις στο καμβά του. Εσένα ή την απουσία σου; Αν θα μπορέσεις να αποτυπώσεις τις σχέσεις σου. Γιατί χωρίς σχέση ο άνθρωπος δεν έχει χρόνο, δεν είναι ένας άχρονος χρόνος….

Άνθρωπε ξέρω πως στις μέρες μας υπάρχουν ερωτήσεις που σε κρατάνε σιωπηλό. Υπάρχουν χρόνοι χωρίς διάρκεια, που δε συσσωρεύονται, ούτε αποδεικνύονται. Ξέρω πως τελικά οι άνθρωποι, μας εξαντλούν μερικές φορές και όχι οι δυσκολίες τους. Και εγώ σε ρωτώ… αν το «ξαφνικά» είχε διάρκεια, ποια θα ήταν αυτή; «Ξαφνικά» ο χρόνος δεν θα είχε τέλος , ούτε αξία εφόσον η αγάπη σου αρνείται να τελειώσει. «Ξαφνικά» πολλές φορές η ζωή σου θα άρχιζε να σε αλλάζει χωρίς καν να σου ζητήσει την άδεια. «Ξαφνικά» θα γινόσουν η λύση και όχι η απάντηση σε κάποιον. «Ξαφνικά» ο χρόνος σου θα μετρούσε τα βήματά σου που χάθηκαν παιδιόθεν. «Ξαφνικά» αφού δανείσαμε τα όνειρά μας στον ουρανό κάποτε και αυτός τα έκανε αστέρια να μας φωτίζουν, και τώρα ήρθε η στιγμή της «Γέννησης», εκείνης της στιγμής να τα ρίξει ως ευχές και να τα επιστρέψει ως όνειρα σε εμάς. Έτσι ήταν και το αστέρι πάνω από την φάτνη του Χριστού μας. Ένα πεφταστέρι λύτρωσης, σχέσης …αντάμωσης... με το όνειρό μας πως το μωρό εκείνο θα ευαγγελιζόταν την Αγάπη για πάντα και δια πάντα.

Μέρες που καλό είναι να θυμάσαι τα παιδικά σου χρόνια όχι με νοσταλγία, ούτε καν με καημό. Αλλά με καθαρότητα άνθρωπε. Μέρες, μέρες που είναι δεν κάνεις μια πράξη αγάπης για να έχεις τη συνείδησή σου καθαρή και ήσυχη, για να ανακουφιστείς. Κάνεις μια πράξη αγάπης για να αποκαλυφθεί η ενεργή μετακίνησή σου, ως ζωηφόρο βήμα αλληλεγγύης στην ανάγκη και στον πόνο του άλλου… δηλαδή του ίδιου σου του εαυτού στο τέλος τέλος. Για αυτό σε ρωτώ άνθρωπε… πως είναι ο χριστουγεννιάτικος χρόνος σου; Άνθρωπε ο χρόνος της ζωής σου, είναι ο χρόνος μιας διαρκούς κύησης. Την κύηση αυτή οφείλουμε να την αναμείνουμε με ταπεινότητα, να την αναμείνουμε ως παιδιά. Μέχρι την ολοκλήρωσή της. Γιατί εάν βιαστούμε, εάν τη ζορίσουμε, εάν την πιέσουμε, θα καταλήξουμε σε μια αποβολή. Στην αποβολή του ίδιου μας του Εαυτού. Για αυτό για την νέα χρονιά εύχομαι όχι καλό χρόνο… μα καλές «ΣΧΕΣΕΙΣ». Γιατί αυτές είναι ο Χριστός μας. Από αυτές θα «γεννηθούμε». Σχέση με τον Πατέρα μας, σχέση με τα μέσα μας, σχέση με τον συνάνθρωπό μας. Και το δώρο του Αϊ- Βασίλη να είναι αυτή η διάρκεια στο «ξαφνικά» μας. Μπας και «ξαφνικά» δούμε τον κόσμο, την ανθρωπότητα ολάκερη από το ύψος των παιδιών μας . Από το ύψος του βλέμματος τους και μόνο. Γιατί ειδάλλως ούτε κόσμος, ούτε ανθρωπότητα δεν θα υπάρξει. Και αυτό είναι νομοτελειακό.

Καλές σχέσεις σε όλους σας!!!

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2025

Η πόρτα που δεν είχε σπίτι...


 

Καμιά φορά και κανένα καιρό, ένα χωριό είχε γείρει για να ξαποστάσει στα πλευρά της πιο ξακουστής οροσειράς εκείνον τον καιρό… εκεί που τα όνειρα γίνονταν μοίρες και οι μοίρες ανυπόταχτες λαχτάρες. Τόσο ανυπόταχτες όπου τα πάντα ήταν Άγραφα… Εκεί που λέτε οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού ήταν οι πόρτες. Οι πόρτες που δεν είχαν σπίτι. Μαζί με τις πόρτες αυτές συγκατοικούσαν και οι συλλυπητήριες νύχτες τους με τις πεθαμένες μέρες τους. Και αυτό γιατί τούτες οι πόρτες έμειναν ορφανές χρόνια ολάκερα τώρα από ανθρώπινες ψυχές. Κάπου εκεί, κάτω από την εκκλησιά του Σωτήρος, ξάφνου κάτι ακούστηκε σαν μοιρολόι..ακούστηκε κάτι σαν… πόρτα.

-«Αχ, αχ φοβόμασταν την απώλεια , μέχρι που γινήκαμε εμείς η απώλεια», σιγομουρμούρισε μια παλιά, ξύλινη, καφέ πόρτα, στην απέναντί της.

-«Μα τι λες πάλι; Τι σε έπιασε βραδιάτικα;».

-«Εμένα τι με έπιασε; Το παράπονό μου με έπιασε. Αλήθεια σε εσένα, από τα παράπονά σου γεννιούνται οι επιθυμίες σου;».

-«Εμ,… ναι κάποιες φορές. Δηλαδή τι κάποιες; Τα τελευταία χρόνια μονάχα αυτό μου συμβαίνει. Είμαι ανήμπορη πια να κρατήσω κάτι από τη νιότη μου… τότε που αμέτρητα παιδικά χέρια με ανοιγόκλειναν συνέχεια για να μπουν να αγοράσουν καραμέλες, λουκούμια και ότι άλλο βάζει η λαχτάρα ενός μικρού παιδιού…. Ψάχνω το μαγαζί μου».

-«Λυπάμαι, λυπάμαι…», απάντησε η καφέ, παλιά πόρτα. «Μην νομίζεις και εγώ στα χάλια μου είμαι… το σκουριασμένο μου μάνταλο έγινε μαντάτο λησμονιάς και εγκατάλειψης. Όλα, όλα, τους τα είχα έτοιμα. Τους άφηνα να με τρυπούν με πινέζες σαν ήθελαν να βάλουν χαρμόσυνες ανακοινώσεις για το πανηγύρι τον Αύγουστο, τους γινόμουν στήριγμα ξεκούρασης και ίσκιου στην θερμή καλοκαιρινή ραστώνη… να ακόμα και το κλειδί μου, αυτό που ανοίγει τα μέσα μου, τους το είχα αφημένο στην εξωτερική πλευρά μου, πάνω σε ένα καρφί… μα κανένας δεν μπήκε μέσα μου, να τον φιλοξενήσω..και με το διάβα του χρόνου και το σπίτι μου χάθηκε, και το κλειδί μου χάθηκε… και το καρφί γίνηκε κρεμαστάρι για ένα πινέλο, μπας και περάσει κάποιος και φιλοτιμηθεί τουλάχιστον να με βάψει, να με ακουμπήσει, να  μου δώσει ζωή. Κάποιος να με ανοίξει και να μπει μέσα μου»

- «Συντριβή κι επιβίωση πλέον η αντοχή μας, δεν φταις εσύ, απλά οι άνθρωποί σου, έδωσαν «αντιπαροχή» τα μέσα σου, το σπίτι σου. Και πλέον είτε μας ανοίγουν, είτε μας κλείνουν, είναι το ίδιο και το αυτό, γιατί δεν ανοίγουμε και δεν κλείνουμε μέσα μας τίποτα… Μα πως μπόρεσαν να δώσουν αντιπαροχή την βιωματική και συναισθηματική τους μνήμη; Ξέρεις τι έλεγε η γιαγιά μου η καρυδιά; Η ρίζα κάνει την κορφή, η ρίζα την μαραίνει… τούτο αστόχησαν να καταλάβουν και τώρα μείναμε εμείς και το σαράκι μας».

-«Δηλαδή σαν να είναι οι ζωές μας ένα μουσείο μια αλλοτινής εποχής που χάθηκε; Τελικά στον χρόνο μας αυτόν τον εγκαταλελειμμένο  πρώτα προηγείται η ρωγμή και μετά η σύγκρουση; Ή μήπως όχι;».

-«Δεν το είχα σκεφτεί έτσι», αποκρίθηκε στην καφετιά πόρτα. «Εμένα μου έμαθαν πως για να με βρω πρέπει πρώτα να με δίνω και αναπολώ τι χαρά έδινα σε αυτά τα παιδικά χεράκια που με άνοιγαν… και εγώ έτσι με έβρισκα, με έβρισκα μες στην αγάπη και την συμπόρευση, μέσα στα ονείρατά τους και την συνύπαρξη. Με έβρισκα…». Κάπου εκεί ένα μελαγχολικό αεράκι έτριξε τους μεντεσέδες της μοναξιάς και της εγκατάλειψής τους, υπενθυμίζοντάς τους πως είναι απλά πόρτες που δεν έχουν σπίτι.

Καμιά φορά και κανένα καιρό, δηλαδή στις μέρες μας, υπήρχε ένα χωριό που είχε αποκοιμηθεί στην αναμονή των Αγράφων. Εκεί κατοικούσαν κάτι πόρτες που δεν είχαν σπίτι. Δεν είχαν να περιμένουν κανέναν για ανοίξουν και τίποτα για να κλείσουν μέσα τους, να κατοικηθεί ως σώμα και πνεύμα. Μονάχα τις  μνήμες τους είχαν που με αυτές κρατούσαν τις προσμονές τους κάτι συλλυπητήρια βράδια που έβγαζαν τα παράπονά τους η μια στην άλλη.

Καμιά φορά και κανέναν καιρό, δηλαδή στις μέρες μας, άνθρωπε να θυμάσαι πως ότι αξίζει δε λάμπει, παρά μόνο φωτίζει, γιατί απλά είναι φτιαγμένο από πέτρα και χώμα, από φως και σκιά, από όνειρο και παιδικές ψυχές… φτιαγμένο από κάτι ξεχασμένες πόρτες. Να στοχάζεσαι ότι οι ρωγμές από αυτές τις πόρτες δε σε χαλάνε, δε σε ασχημαίνουν, παρά μονάχα σε αποκαλύπτουν… μονάχα έχε πίστη και ελπίδα στο φως που θα περάσει από αυτές.

Καμιά φορά και κανέναν καιρό, δηλαδή στις μέρες μας, δηλαδή στο χωριό μου το Φανάρι Καρδίτσας, αισθάνομαι πως από κάποιους τόπους , όπως τούτος, δεν φεύγουμε ποτέ, έχουμε μια εκδοχή του εαυτού μας μέσα τους, γιατί τίποτα από αυτά που συμβαίνουν έξω μας δεν έχουν προηγηθεί και μέσα μας, ακόμα και σαν στριμωγμένες μνήμες σε παλιές , φθαρμένες φωτογραφίες.

Και όσο για εμένα , όταν το επισκέπτομαι, πάντα έχω έναν λόγο να πιστεύω, για να μπορέσω να αντέχω. Να αντέχω τις μνήμες μου μέσα σε αυτό που σαν πιτσιρικάς όταν ερχόμουν εδώ τα καλοκαίρια, έσφυζε από ζωή, τραγούδια των γιαγιάδων και των παππούδων μας, από σεργιανίσματα και παιχνίδια, από ιστορίες το βράδυ στο προαύλιο του παλιού πετρόχτιστου σχολείου, από εξομολογήσεις στη ράχη κάτω από το φως των αστεριών. Άνθρωπε ο τρόπος που ταξιδεύουμε είναι τελικά το ταξίδι της ζωής και ο προορισμός είναι η βαλίτσα που είχαμε αφήσει από παιδιά για να τη βρούμε ως μεγάλοι. Και ξέρεις που είναι αυτές οι βαλίτσες; Έξω από αυτές τις ξύλινες, ξεχασμένες πόρτες… που κάποιες συλλυπητήριες νύχτες γίνονται εικονίσματα προσευχής και μπόρεσης… και σαν γονατίσεις να πάρεις τη βαλίτσα σου, σκέψου πως είσαι στη τέλεια θέση για να προσευχηθείς…

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2025

Κοίτα τουλάχιστον άνθρωπε η ζωή σου να είναι πιο "εύστοχη" από το θάνατο σου...


 

Να θυμάσαι πως η δυστυχία πιο εύκολη από την ευτυχία είναι, γιατί η ευτυχία προϋποθέτει αγάπη, ελευθερία και ευθύνη, αξίες δυσκολοκάταβλητες...

Να θυμάσαι πως οι άνθρωποι γεννημένοι, πλασμένοι είναι για να αγαπούν την ελπίδα και όχι την έλλειψή της...

Και όταν νιώθεις άσχημα να θυμάσαι την ομορφιά που κρύβεις μέσα σου, όταν κομματιάζεσαι να θυμάσαι την απλότητα της ψυχής σου, όταν σε κατακλύζουν τύψεις να θυμάσαι την αθωότητα που είχες παιδί...

Και όταν νιώθεις μια μοναχική λέξη τουλάχιστον διάλεξε να είσαι ρήμα. Ούτε ουσιαστικό, ούτε επίθετο, ούτε άρθρο, ούτε επίρρημα, ένα απλό ρήμα μπας και πάει μπροστά ο κόσμος μας...

Και οι μνήμες; Μνήμες σαν συχνότητες στο ραδιόφωνο... αλλάζουμε σταθμό εάν δεν μας αρέσουν, ενίοτε από Fm ( full memories) σε Am( afraid memories), αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν εκπέμπουν αγγόγγυστα και αέναα, γιατί τελεσίδικα ήμασταν και θα είμαστε οι κεραίες τους είτε το θέλουμε είτε όχι...

Οπότε εάν αναρωτιέσαι τους τόπους ,τα μέρη, τις επιθυμίες που κανένας μας δεν πήγε ποτέ προς τα εκεί ,τους εγκαταλελειμμένους στο χρόνο και στη σιωπή... φαντάσου τι γίνεται με τους ανθρώπους...

Κοίτα τουλάχιστον άνθρωπε η ζωή σου να είναι πιο "εύστοχη" από το θάνατο σου...

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2025

Υποβρύχιο σύννεφο...


 Και έρχονται κάτι θύμησες όταν κοντοφτάνεις στο αγαπημένο σου Φανάρι Καρδίτσας, θύμησες παιδικές, ξέγνοιαστες, γλυκές σαν πετιμέζι...ή μάλλον καλύτερα σαν γλυκό βανίλια υποβρύχιο, το οποίο δεν ήταν τίποτα άλλο για εμάς παρά ένα σύννεφο που καταφέρναμε να το βουτάμε στο δροσερό νερό της φαντασίας μας και κάπως έτσι βάζαμε τον ουρανό στον ουρανίσκο μας. Και με αυτά τα υποβρύχια σύννεφα που τους δίναμε ότι σχήμα θέλαμε με τη λαιμαργία μας....κάναμε τα όνειρά μας να ταξιδεύουν παντού...

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2025

Δυο σκιές σε μία...


Δυο σκιές σε μία…..

 

Γιε μου να νιώθεις πως η αγάπη μας δεν είναι το τέλος της ιστορίας μας, αλλά το άνοιγμα σε μια ιστορία χωρίς τέλος, ακόμα και όταν κάποτε θα πάψω να είμαι δίπλα σου. Οι ίσκιοι μας τούτοι θα είναι το μόνιμο αποτύπωμα στο Φως μας. Το τατουάζ της ψυχής μας.

Γιε μου η αγάπη μας είναι ένας χώρος που υπάρχει επειδή δεν χωρά πουθενά. Είναι πάνω από νόρμες, όρους και όρια. Και να θυμάσαι πως η ζωή δε χρειάζεται καλό σήμα για να την αισθανθείς… παρά μόνο ψυχή.

Γιε μου να ανοίγεις πάντα το παράθυρο στη ζωή σου, για να ανοίξει ο κόσμος μέσα σου και να ζεις το τώρα και όχι την προσωρινότητά του. Τη ζωή σου να μην την εξαντλείς… απλά να τη νιώθεις.

Και όταν αισθάνεσαι μόνος. Και όταν νιώθεις φόβο, να γίνεσαι ένα ταπεινό, μικρό μανταλάκι. Πάντα θα σου δίνει τη δυνατότητα ή την υπόσχεση να απλώνεις τους κάθιδρους φόβους σου και να τους στεγνώνεις.

Και όταν πονάς… να ανατρέχεις, να αγκαλιάζεις τις ρωγμές σου. Να αναλογίζεσαι την επάρκειά σου σε αυτές. Γιατί το πόσο «σκοτάδι» μπορείς να δεχτείς, να αντιμετωπίσεις, φανερώνει και πόσο Φως έχεις μέσα σου.

Να είσαι ένα άτακτο γέλιο και με αυτό να βάζεις και καμία παύση στη ταχύτητα του χρόνου σου που σε αγχώνει, σε κατατρώει. Να βάζεις παύσεις στη ζωή σου με ένα «καλημέρα», με έναν καφέ στο μπαλκόνι και με περισσότερες γενναίες αντιστάσεις απέναντι σε όλη αυτή την ασχήμια που υπάρχει, και ας μην είναι ηχηρές.

Γιε μου να θυμάσαι πως συνήθως στις αλλαγές που περιμένουμε, έρχονται οι αλλαγές που δεν περιμένουμε. Εκεί σε θέλω. Εκεί να επιδιώκεις να είσαι παρών..χωρίς χρωστούμενη απόδειξη σε κανέναν. Και εκεί να αναμετριέσαι με όλη τη δύναμη της ψυχής σου… για να αντέχεις.

Και αν είναι να φοβηθείς κάποτε να φοβάσαι τις μέρες που βολεύεσαι και όχι αυτές που ξεβολεύεσαι. Γιατί πάντα η κορυφή σου, όσο ψηλά και εάν ανέβεις ανήκει και τελειώνει στους πρόποδες της ταπεινότητάς σου.

Και όταν αισθάνεσαι ξεγυμνωμένος και κρυώνεις, να φοράς την ψυχή σου, γιατί μόνο έτσι θα γίνεις απάντηση στις προσευχές σου.

Γιε μου ο φόβος έχει μέσα του την πιο επικίνδυνη απιστία… την απιστία για τη ζωή, για αυτό μη φοβάσαι να χάσεις, να φοβάσαι μονάχα μην χαθείς.

Και να αγαπάς. Να αγαπάς. Χωρίς προσδοκίες, χωρίς προϋποθέσεις. Καθώς η αγάπη είναι σαν την ίδια την αναπνοή σου. Δε συνίσταται μόνο στην εισπνοή , αλλά και στην εκπνοή. Η αγάπη διακρίνει χωρίς να διαιρεί. Δεν απορροφά, ούτε καταργεί. Η αγάπη είναι σαν τους αιώνες που γεννιούνται κάθε μέρα.

Δεν ξέρω τι με έπιασε γιε μου και στα γράφω όλα αυτά τούτο το απόγευμα. Ίσως από ανασφάλεια. Ίσως επειδή τα χρόνια περνάνε γοργά και ο ήλιος μου δε θα στέργει αιώνια να με φωτίζει όπως τώρα δα με τους ίσκιους μας. Ίσως γιατί σε αυτή τη ζωή οφείλουμε να αφήνουμε τα ηθικά μας σημάδια, όχι για να επιστρέψουμε κάποτε, αλλά για να βοηθήσουμε τους επόμενους να μη χαθούν. Ίσως … ίσως γιατί το μέλλον μας είναι το παρελθόν που δεν ξέρει ότι θα έρθει.

Ίσως, ίσως γιατί θέλω να είμαι ένα βιβλίο που γέμισε άμμο από το «καλοκαίρι» μας τούτο στην παραλία και να με ανοίγω στους δύσκολους «χειμώνες» μου και οι κόκκοι αυτοί να γεμίζουν τα χέρια μου και να ξαφνιάζουν την προγραμματισμένη μου ζωή.

Ίσως γιατί γιε μου τούτοι οι ίσκιοι μας θα ήθελα να είναι ανεξίτηλοι, να κρατήσουν για πάντα…

Άντε πάμε να πάρουμε κανένα παγωτό κρυφά από τη μαμά… θα είναι το μυστικό μας… όπως τούτες οι σκιές μας.

 

Σάββατο 26 Ιουλίου 2025

Ποδηλατάδα στο χωροχρόνο της μνήμης...

 

 Εάν οι αναμνήσεις σου ήταν σκονισμένοι, παλαιοί δίσκοι, τι μουσικό αποτύπωμα θα άφηναν στο γραμμόφωνο της ζωής σου;

Εάν οι εμπειρίες σου είχαν ξεχασμένα παλαιά αντικείμενα, ποιά θα ήταν αυτά;

Εάν οι πληγές σου φωτίζονταν με φως, ποιό χρώμα θα ήταν αυτό;

Εάν το σώμα σου ήταν μια ανθισμένη ταπετσαρία ως πείσμα του καιρού σου, τί άνθος θα μύριζες;

Εάν οι αλήθειες σου ήταν μια πολυκαιρισμένη φωτογραφική μηχανή, τί θα έβλεπες στο φιλμ της ζωής σου; Μια ασπρόμαυρη νοσταλγία ή μια έγχρωμη λαχτάρα;

Εάν η μνήμη σου ήθελε μια ποδηλατάδα που θα την σεργιάνιζες;

Γιατί τα ρωτώ όλα αυτά άραγε;

Δεν ξέρω...ίσως γιατί στην μοναξιά σου λες τα πάντα χωρίς να πάρεις απάντηση καμιά. Ίσως γιατί βάλθηκα σήμερα να κάνω σαμποτάζ στην πραγματικότητά μου. Ίσως γιατί την πιο ουσιαστική "κατοχή" την έχουμε σε αυτά που δεν κατέχουμε. Ίσως αντικαταστήσω το "ήταν" με το "είναι". Ίσως ....χωρίς ψυχή όμως χρειαζόμαστε τα πάντα..... Ίσως...


Δευτέρα 21 Ιουλίου 2025

Τρεις καρδιές σε μία...


 

«-Μαμά, μαμά… φτιάχνω, χαλάω, ξεχνιέμαι, φτιάχνω, χαλάω, ξεχνιέμαι …με στενοχωρεί, γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί δε μπορώ να θυμηθώ να μην χαλάω αυτό που φτιάχνω;

-Γιατί καρδιά μου είσαι σαν ένα πεισματάρικο όνειρο, αρνείσαι να εγκαταλείψεις να προσπαθείς ξανά και ξανά…μακάρι και εγώ να προσπαθούσα να δημιουργώ συνεχώς …και ας ξέχναγα μετά.

-Μπαμπά, μπαμπά ως πότε θα έχεις το κουράγιο να με φέρνεις στη θάλασσα; Δεν είναι δύσκολο για εσένα με το αναπηρικό μου καροτσάκι;

-Όχι ψυχή μου, όχι! Να ξέρεις πως σε κάθε κουρ-άγιο κατοικεί κάτι άγιο μέσα του. Και αυτό για εμένα είσαι εσύ.

-Μαμά, θα είμαστε πάντα οι τρεις μας;

-Μα εγώ δε νιώθω ότι είμαστε τρεις, νιώθω ότι μαζί σου το ανέφικτο είναι το πιο εφικτό. Και σε ευχαριστώ για αυτό. Γιατί είμαστε τρεις καρδιές σε μία!

-Μπαμπά, ποιο είναι το πιο γενναίο πράγμα που έχεις πει;

-Ότι θέλω τη βοήθειά σου.

-Εσύ μπαμπά από εμένα; Μα πως είναι δυνατόν;

-Κι όμως ναι. Γιατί η βοήθειά σου μου δίνει ορίζοντα. Να σαν τη θάλασσα. Και κάθε φορά που μου τη δίνεις καρδιά μου, μέσα από αυτά που νιώθεις είναι σαν να γίνομαι ένα βότσαλο που με πετάς στη θάλασσα μου και κάνω αμέτρητα γκελ πάνω της, τόσα πολλά, τόσο μακριά… μέχρι να με βρω. Και σε ευχαριστώ για αυτό».

 

Κάπως έτσι το απόγευμα με αγκάλιασε σήμερα με το δώρο του. Κάπως έτσι στο περιθώριο τούτης της κόλλας χαρτιού γράφτηκε και απόψε η αλήθεια μου για αυτό που αντίκρισα σήμερα. Στην υγρασία της μνήμης μου, μου έμαθαν αυτοί οι άνθρωποι πως ο πόνος σου μαθαίνει και τις αντοχές σου. Κάπως έτσι εκεί ανάμεσα στις ψυχές και στις αμείλικτες φοβίες μας, ίσως οφείλουμε να δώσουμε τον αγώνα για τον επίγειο παράδεισό μας.

Άνθρωπε σε παρακαλώ μην ονειρεύεσαι τη ζωή σου τοποθετημένη σε ένα μικρό κάδρο που το μόνο που αντικρίζεις είναι ένα άλλο μικρό κάδρο στον απέναντι τοίχο σου. Άνθρωπε να θυμάσαι πως σε τούτο τον κόσμο θαυμαστά είναι τα ανέγγιχτα, τα ακατέργαστα από τη λογική του φόβου… και ένα τέτοιο ανέγγιχτο τούτο το απόγευμα μου γίνηκε δώρο. Άνθρωπε μη λησμονάς να είσαι έτοιμος πάντα και ας μη γνωρίζεις το γιατί. Το γιατί άστο στη ζωή. Για να μπορέσεις κάθε φορά να κάνεις την κάθε σου μέρα γιορτή. Γιορτή ευγνωμοσύνης. Ξέρεις γιορτή είναι τελικά εκείνη η μέρα που δεν θα την ξεχωρίζεις από τις άλλες, γιατί έκανες τη συγχώρεση ανάστημά σου σε αυτές.

Άνθρωπε να είσαι ένα «μνήσθητι» στις ζωές των συνανθρώπων σου και να νιώθεις, να αισθάνεσαι, να ζεις πως το θαύμα δεν γεννιέται μέσα μας όταν είμαστε έτοιμοι και άξιοι ίσως… το θαύμα γεννιέται όταν λίγο πριν το τέλος από τις ρωγμές  μας μπαίνει το φως. Όπως ακριβώς αυτό το φως αντίκρισα εγώ απόψε….ο ανάξιος….

Γιατί σε τούτη τη ζωή ανάπηρες ψυχές υπάρχουν, όχι σώματα.

Τρίτη 15 Ιουλίου 2025

Οι σκιές είναι σαν τους πόνους...


 

Τι γίνεται όταν η σκιά από κάτι, από κάποιον ακουμπάει τη σκιά με κάτι άλλο, κάποιου άλλου και γίνεται ένα σώμα; Άνθρωπε μην φοβάσαι. Άκουσε τις έφιππες επιθυμίες της ψυχής σου. Αγκάλιασε τη σημασία των περιθωρίων στη ζωή σου. Οφείλουμε να μάθουμε να εμπιστευόμαστε ξανά τις εμπειρίες μας. Καθώς ο Χρόνος πάντα απαιτεί την ολοκλήρωση του, καθώς στη μοναξιά της σκιάς σου λες τα πάντα χωρίς να πάρεις απάντηση ποτέ, καθώς η ζωή δεν σε αφήνει χωρίς αγώνα και σου δείχνει τι μπορείς να δώσεις...να θυμάσαι πως οι σκιές είναι σαν τους πόνους, είτε σε πονάνε είτε σε αλλάζουν... αρκεί να γυριστείς στο Φως σου...

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2025

Το "μπα" που γίνηκε "μπας"...


 

 

Υπάρχουν φορές …εκεί λίγο πριν την ανατολή μου, πριν την αυγή του χρόνου μου, εκεί που η νύχτα ξελογιάζεται από το φως, γιατί κάθε σκοτάδι έχει το φως του όσο βαθιά και να είναι, έρχομαι αντιμέτωπος με τις αλήθειες μου. Ιδιαίτερα αυτές που με ξεβολεύουν. Αναρωτιέμαι τι προσφέρω εγώ σε αυτές, αλλά και τι προσφέρουν εκείνες όχι μόνο σε εμένα  μα και στον κόσμο μου. Αλήθειες καλά κλεισμένες και κρυμμένες σαν το βάζο με το γλυκό που μου το έκρυβε η μητέρα μου όταν ήμουν μπόμπιρας. Πόσο μα πόσο θα ήθελα να είχα τη θέληση και την περιέργεια να τις «γευτώ» ξανά, όπως τότε που ήμουν μικρός ….αλλά επίμονος…και στο τέλος καταφερτζής. Μα τώρα σα μεγάλωσα πιάνω τον εαυτό μου να μην είναι αυτό που φαίνεται. Και μένω με την προσδοκία τουλάχιστον να φαίνομαι αυτό που είμαι. Πιάνω τον εαυτό μου να συναρμολογεί τις αλήθειες μου σαν  τις συνήθειές μου. Πιάνω τον εαυτό μου να είμαι ταξίδι που δε γίνηκα. Καράβι που δεν βυθίστηκε στα κύματά του, τρένο που δεν ξεκίνησε καν στις ράγες του, αερόστατο που δε σηκώθηκε προς την ελευθερία του. Βλέπεις πολλά τα βαρίδιά του.

Υπάρχουν φορές που όλα οξειδώνονται με τον καιρό στη ζωή μου. Και τα κρυφά και τα φανερά. Και τότε είναι που συλλογιέμαι εάν μπορώ έστω και για μια φορά να είμαι μπροστά από την έκπληξή μου. Είτε είναι αυτή ευχάριστη, είτε είναι δυσάρεστη. Γιατί; Γιατί έχω την ανάγκη και την πεθυμιά να προχωρήσω μπροστά από τόλμη. Και τότε ρωτώ τον εαυτό μου, «τελικά η τόλμη είναι αήττητη;». Δεν ξέρω τι να σου απαντήσω. Ίσως ναι, ίσως όχι. Αυτό πάντως που νιώθω τώρα δα δεν είναι ότι είναι υπεράνω από νίκες και ήττες. Γιατί η τόλμη είναι πρωτίστως ψυχική. Οπότε το αποτέλεσμα δεν έχει τόσο σημασία. Το αποτέλεσμα είναι απλά η αρχή …η αρχή της τόλμης. Και άσε το μετά …για το μετά.

Υπάρχουν φορές που πάντα πριν από μια μεγάλη μου απόφαση, ο νους μου κατακλύζεται με αμφιβολίες και διλήμματα. Τότε είναι που θέλω να μου υποσχεθώ. Να υποσχεθώ να αποφασίζω όχι με τη λογική, αλλά με την καρδιά. Υπόσχεση προς τον εαυτό μου. Μα νιώθω ως σπίρτο καμένο που έχασα την ευκαιρία να με φωτίσω. Και αυτό γιατί στην επίπεδη εβδομάδα μου με έπιασα να με κοιτώ ακατάπαυστα ψεύτικα. Έπιασα τις λέξεις μου να απελπίζονται μέσα μου ήσυχα και αθόρυβα. Και ξέρω τον λόγο. Γιατί μόνο ο κόσμος που γεννιέται και πεθαίνει …αλλάζει. Και ο δικός μου κόσμος μέσα μου ούτε γεννιέται, ούτε πεθαίνει …ούτε αλλάζει. Λες και δεν παίρνω αυτό που αξίζω συνεχώς και συνεπώς. Αλλά τελικά αξίζω αυτό που παίρνω. Και κάπως έτσι θυμάμαι αυτά που δεν έγιναν ποτέ …μέσα μου και έξω μου.

Υπάρχουν φορές πιο αναρωτιέμαι που είναι το δικό μου σινιάλο στις ζωές των άλλων; Ένα χαμόγελο; Μια αγκαλιά; Μια συγκατάβαση; Ή μήπως ένας φόβος; Ίσως τότε είναι που εναγωνίως αποζητώ κάποια , κάποιον να απελευθερώσει τα συναισθήματά μου από εμένα. Μπας και τελειώσουν οι ψευδαισθήσεις μου για να προλάβω να τα ζήσω. Να τα κοινωνήσω. Το μελάνι μου τούτη την ώρα είναι ένα δράμι στιγμής που θα γράψει, θα χαράξει τους αδιάβατους δρόμους στα ασύνορα του εαυτού μου. Το μελάνι τούτης της περισυλλογής μου θυμίζει τα άδοξα πεπρωμένα  όνειρά μου που είχα ως παιδί. Και μου αποκαλύπτει πως πάντα οι πληγές είναι στη ζωή του κάθε ανθρώπου δίδυμες …είναι οι ορατές και οι αόρατες.

Και τώρα τι; Μήπως οι νωπές μου μνήμες… γίναν αρχαίες μνήμες; Μήπως από ξεχασμένος, απογίνω χαμένος; Και τώρα τι; Πηγαίνω να δω λίγο το μονάκριβο μπόμπιρά μου, το γιο μου. Κοιμάται τόσο αθώα, τόσο γαλήνια, τόσο ξέγνοιαστα, τόσο ελεύθερα. Και θυμάμαι πως όταν τον ρωτώ για κάτι που δεν θέλει, μου απαντά «μπαα!!!» .Μετάφραση; «Δεν θέλω». Με αυτό το «μπα» λοιπόν στο δισάκι μου θα προχωρήσω και εγώ . Όπως ο γιος μου. Μπα-ς και γίνω αυτό που δείλιαζα να γίνω. Μπα-ς και ζήσω απλά και γενναιόδωρα. Μπα-ς και ερωτευτώ τις απορίες μου. Μπα-ς και καταλάβω τι κουβαλάω στο δισάκι μου… την ελπίδα ή την εμπειρία μου; Μπα-ς και κατανοήσω τη χρησιμότητα των άχρηστων πραγμάτων στη ζωή μου για να ζυγιάσω και την αξία των άχρηστων χρήσιμων. Μπα-ς και αντιληφθώ τη σημασία του τρόπου και του χρόνου που σωπαίνω, ηρεμώ και όχι μόνο γιατί σωπαίνω και ηρεμώ. Μπα-ς και αποδεχθώ τις αλλαγές που έρχονται όταν απελευθερώνομαι από κάτι που με «βαραίνει» και όχι από το θόρυβο που προκαλώ για να αλλάξω. Μπα-ς και συνειδητοποιήσω πως όταν έχω τη σωστή απάντηση δε χρειάζεται να σηκώνω το χέρι μου για να την επιδεικνύω και να καυχιέμαι έτσι. Αλλά ταπεινά και ήσυχα να τη μοιράζομαι με το διπλανό μου.

Με ένα «μπα» λοιπόν θα πορευθώ. Όχι μόνο γιατί το θέλω …αλλά και γιατί ίσως δεν έχω άλλα περιθώρια για όλα αυτά που με βαραίνουν, με ασχημαίνουν, με βιαιοπραγούν, με κρατάνε αιχμάλωτο, λυπημένο και ανήμπορο. Πλέον θέλω αξιοπρεπείς «αναστάσεις» και τίμιους «θανάτους» να χωράνε οι απώλειες μου. Και οι αλήθειες μου να μην είναι κήρυγμα, αλλά πράξη ζωής. Χωρίς κανόνες και νόμους. Στην αλήθεια δεν κοιτάς μονάχα το αποτέλεσμά της μα και τον τρόπο, όχι ως προορισμό όπως και να έχει, αλλά ως ταξίδι ζωής.

Υπάρχουν φορές που της ψυχής σου η όραση στα σκότη βαθαίνει για να βλέπεις. Και εάν σου εμφανιστεί κανένας μπαμπούλας φόβος… να του αποκρίνεσαι με ένα «μπα» …όπως ο γιος μου …και αυτός θα φεύγει.

Σάββατο 14 Ιουνίου 2025

Άδεια η θέση...


 

Άδεια η θέση, καθώς προσπαθείς να ράψεις τους χρόνους σου-που το ρολόγι σου δείχνει-, με στρίφωμα ανυπομονησίας σε μια βαλίτσα με το ονοματεπώνυμο σου...μα κενή.

Άδεια η θέση σου, καθώς το γαζί των εμπειριών σου ξέφτισε στου ταξιδιού σου τη βαλίτσα και απλά απέμειναν στους δείχτες να σε δείχνουν ήδη δυο φορές...ανώφελα.

Άδεια η θέση σου, το ξυπνητήρι μαρμάρωσε, καθώς στη φόδρα της ζωής σου θέλεις να προβάρεις τις αλήθειες σου και άφηκες κενή των εμπειριών σου την αποσκευή....

Φωτογραφία προσεχώς από μια ζωή που έγινε ξένη, γιατί σταμάτησες να εκβάλλεις τις στιγμές σου στην αιωνιότητα.

Και να κάπου εκεί ανήσυχε διαβάτη, κοντοζυγώνεις με την πίστη σου, με το δισάκι σου γεμάτο με ένα δαγκωμένο φεγγάρι, με ένα ζεστό καρβέλι ήλιου, με με ελιά που λαδώνει ως νονά τις πεθυμιές σου και με μπουκιές μπόρεσης και δίψας...για να ξαποστάσεις στη θέση εκείνη, όπου ο χρόνος του ρολογιού δε θα μετρά το χρόνο, μα σαν χρονοφύλακας θα σιγοντάρει το τικ τακ της καρδιάς σου...και σε εσένα θα απομένει να περάσεις με άφθαρτη κλωστή τις αντοχές σου, τις υπομονές σου, τα αναφιλητά σου, τους καημούς σου, τους έρωτές σου, τα αγγίγματα σου...για ένα ταξίδι με μοναδική αποσκευή...την αγάπη.

Κάνουμε μνημόσυνο στις μνήμες μας;

      -«Ο Θεός να την συγχωρέσει…» και ανοίγαμε διάπλατα με σπουδή περίσσια τα στόματά μας …για να μπουκωθούμε τα κόλλυβα μια Μνήμης. «Ε...